ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ ΙΔΟΥ... ΙΔΟΥ...

9/12: Ο χριστιανισμός αρνείται τον ορθό λόγο, την αποδεικτική λογική, την επιστήμη, γιατί αποδεικνύουν τα αυθαίρετα ανθελληνικά δόγματα ανούσια και ψευδή...

Οι ιδιότητες που προσδίδει ο Χριστιανισμός στον Θεό είναι αυθαίρετες δογματικές θέσεις οι οποίες αιτιολογούνται ως θεόπνευστες και εκ θείας αποκαλύψεως. Αυτά που αποκαλούνται θείες αποκαλύψεις, στην ουσία είναι προϊόν ανθρώπινης νόησης και μάλιστα χαμηλού επιπέδου χωρίς αξιώματα και απόδειξη, με σκοπιμότητα, δεν έχει αιτιολόγηση, ούτε λογική, ούτε συνέπεια. Ο χριστιανικός Θεός είναι δεσποτικός, εξουσιαστικός Κύριος των δούλων του. Σε αυτόν αναφέρονται τα πλάσματά του. Αυτό δείχνει η πρώτη εντολή του. Εγώ ειμί Κύριος ο θεός σου, ουκ έσονται θεοί έτεροι πλην εμού. Δογματική αυθαίρετη ρήση. Η προσέγγιση της έννοιας του θεού είναι εκτός πάσης επιστημονικής δεοντολογίας.

Οι Έλληνες φιλόσοφοι προσδιορίζουν το Εν, το Όντως Ον με λογική και επιστημονική μεθοδολογία και μας δίδουν εικόνα της αντικειμενικής πραγματικότητας του κόσμου με σαφήνεια εννοιολογική, φιλοσοφική, επιστημονική. Ο κόσμος όλος, Εν, ουσία και ύλη είναι ένα ενιαίο σύνολο αΐδιον αδημιούργητο υπήρχε υπάρχει και θα υπάρχει χωρίς αρχή και τέλος άναρχο, με αέναο κύκλο υπόστασης, την πρόοδο των όντων από το Εν τη Αρχή, την μονή σταθερότητα, και την επιστροφή των όντων στο Εν τη Αρχή. Δεν είναι γραμμικής εξέλιξης με αρχή και τέλος όπως δηλώνει ο Χριστιανισμός.

Ο χριστιανικός Θεός δεν έχει συνάφεια με τα κατασκευάσματά του και είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, διότι άλλοτε συμμετέχει με τα δημιουργήματά του και άλλοτε όχι . Ως δύο πραγματικότητες ο ένας δεν γνωρίζει ή δεν επικοινωνεί με τον άλλο. Ο χριστιανικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός σε έξι ημέρες, όχι σε έξι μεγάλες χρονικές περιόδους, γραμμικά και την εβδόμη αναπαύθηκε, αφήνοντας τον κόσμο μόνο του ανεξάρτητο ως δήθεν τέλειο. Η εβδόμη ημέρα συνεχίζεται έως σήμερα. Η επιστήμη όμως απέδειξε ότι δημιουργούνται συνεχώς άλλα σύμπαντα και άλλα καταστρέφονται στις μαύρες οπές. Έμβια όντα δημιουργούνται και εξαφανίζονται διαρκώς ακόμη και στα πιο απίθανα μέρη και υπάρχει πληθώρα περιπτώσεων που δεν αναφέρονται στην χριστιανική δημιουργία αν και «θεόπνευστη». Αν δεν υπάρχει φυσική συνάφεια ή σύνδεσμος ούτε ο άνθρωπος δύναται να γνωρίσει τον Θεό, ούτε και ο Θεός τον άνθρωπο πολύ περισσότερο να προκύψει ευεργεσία ή δημιουργία. Αυτός ο φυσικός σύνδεσμός δεν δύναται άλλοτε να υπάρχει και άλλοτε να διακόπτεται. Στον Χριστιανισμό η πρόοδος-δημιουργία του κόσμου είναι γραμμική, χωρίς επιστροφή, χωρίς τα όντα δεν επιστρέφουν στοιχεία της ζωής τους στον Θεό. Στο τέλος κρίνονται διαχωρίζονται σε αμνούς και ερίφια και επιβραβεύονται για παράδεισο και καταδικάζονται για κόλαση τον υπαίτιο όμως της όλης ιστορίας τους τον Διάβολο τον αφήνει ο Θεός ατιμώρητο. ( Ας υπάρχει καλού κακού για φόβητρο).

Στην Ελληνική Φιλοσοφία το Εν, το Όντως Ον και ο κόσμος είναι μία ενιαία πραγματικότητα η οποία υπήρχε υπάρχει και θα υπάρχει. Είναι κατανοήσιμος και αυτό δείχνει η εξέλιξη της επιστήμης. Η ενόραση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιτυγχάνεται με την λογική όταν ολοκληρωθούν τα δεδομένα. Υπάρχει ένας αέναος κύκλος σε τρία στάδια: 1) την μονή, την σταθερότητα την εδραίωση των όντων, 2) την πρόοδο και δημιουργία των όντων την διαρκή αυτόανέλιξη και αυτόεξέλιξη των όντων 3) και την επιστροφή πληροφορίας των όντων στην αρχή. Ο κύκλος αυτός επιβεβαιώνεται σήμερα από την χαοτική δυναμική θεωρία της οποίας ο κύκλος αποτελεί βασικό κριτήριο .

Οι ιδιότητες του χριστιανικού Θεού αυθαίρετες και εξωπραγματικές είναι δημιούργημα ανθρώπων χαμηλής πνευματικής στάθμης προς αδαείς, αυτό που νοούν οι ημιμαθείς δεν είναι και θεϊκό. Οι ίδιοι οι θεολόγοι του δηλώνουν ότι παρά το γεγονός ότι φαίνεται και φέρεται άσπλαχνα στους ανθρώπους εντούτοις κάποια φορά υπάρχει και ευεργεσία. Στην πραγματικότητα όλα αυτά συμβαίνουν με διαφορετικό τρόπο, ακολουθώντας στατιστικούς νόμους. Όταν με την στατιστική πιθανότητα υπάρξει κάτι ευτυχές κατά καλή τύχη δηλαδή, τότε η ευεργεσία αυτή αποδίδεται σε αυτόν ή τους αγίους του.

Στην Ελληνική θεώρηση τα δυσμενή γεγονότα για τον άνθρωπο οδηγούν στην βελτίωση των ικανοτήτων του και την ποιοτική ανέλιξη των ειδών που σημαίνει, την πρόοδο και την βελτίωση δηλαδή του κόσμου και των ειδών σε ανώτερα είδη. Το Όντως Ον από θεία ανάγκη οδηγεί τον κόσμο συνεχώς και ακατάπαυτα στη τάξη παρά την φαινομενική σε πολλές περιπτώσεις διαφορετική αντίληψη που έχουμε. Έτσι αιτιολογείται επιστημονικά η δημιουργία υλικών συστημάτων υψηλής τάξης και αρμονίας όπως ο άνθρωπος και τα λοιπά όντα.

Ο χριστιανικός Θεός θεωρείται μη νοητός, είναι ακατάληπτος. Αυτό σημαίνει ότι, υπάρχει γνωστικό όριο δηλαδή εκεί που τελειώνει η γνώση του ανθρώπου γι΄ αυτόν και αρχίζει η ουσία της έννοιας του Θεού. Θεωρείται δηλαδή ότι με την επιστήμη δεν δύναται να μεταβληθεί το γνωστικό όριο, δηλαδή δεν γίνεται αποδεκτό ότι η πρόοδος των επιστημών οδηγεί στη βαθύτερη κατανόηση του Θεού του, ειδικά όταν τα συμπεράσματα της επιστήμης αντιτίθενται στα χριστιανικά μονοδιάστατα δόγματα. Τα δύο χιλιάδες όμως έτη δείχνουν ότι τα όρια της έννοιας του Θεού του χρονικά μεταβλήθηκαν έως σήμερα και κάποιο μέρος του Θεού έγινε νοητό με την λογική και την επιστημονική έρευνα. Πρέπει δηλαδή να δεχθούμε ότι τα όρια της γνώσης του χριστιανικού Θεού είναι μεταβλητά.

Η έννοια του χριστιανικού Θεού είναι δογματική χωρίς επιστημονική επάρκεια, λογική, φιλοσοφική και επιστημονική μεθοδολογία. Απορρίπτεται η τελολογική «απόδειξη» για την ύπαρξη του Θεού με το επιχείρημα, και τον Θεό ποιος τον δημιούργησε; Ισχύει τι νοούν οι ειδικοί, οι δαήμονες και οι πρωτοπόροι των επιστημών όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Καντ, ο Καρτέσιος, ο Russell κλπ και όχι τι νοεί ο απλός άνθρωπος, γιατί αυτός δεν αντιλαμβάνεται σωστά ούτε δύναται να διατυπώσει κάτι επιστημονικά σωστό.

Στον ορισμό του χριστιανικού Θεού υπάρχει εννοιολογική ασάφεια και αντιφατικοί ορισμοί στις έννοιες, μηδέν, υπερούσιο, υπερβατικό κλπ. Η λέξη θεός είναι επίθετο και δηλώνει ιδιότητες που έχει ένα ουσιαστικό όνομα μια οντότητα πχ ο θεός Δίας. Στον Χριστιανισμό το επίθετο θεός και το ουσιαστικό όνομα Θεός ταυτίζονται. Επειδή όμως κάθε λέξη αντιστοιχεί σε μια διαφορετική οντολογία στον χριστιανισμό ο ορισμός του επιθέτου θεός ως ονόματος Θεός οδηγεί σε νοητικό βραχυκύκλωμα με σημαντικά νοητικά λάθη. Αυτό είναι μια εννοιολογική σύγχυση με σοβαρές προεκτάσεις στην ορθότητα λογικών και φιλοσοφικών νοημάτων, ή διαφορετικά, είναι δικλίδες εξαγωγής παραπλανητικών συμπερασμάτων. Ενώ δηλώνουν ότι ο Θεός είναι μη νοητός ο Μωυσής τον αντελήφθη. Συνεπώς είναι νοητός. Πως πιστοποιείται ότι αυτό που είδε ο Μωυσής ήταν ο πραγματικός Θεός και όχι αποκύημα φαντασίας ή κάτι άλλο άγνωστο σε αυτόν αφού δεν είχε προηγούμενη εμπειρία ή δεν τον είχε ξαναδεί. Ο Μωυσής δεν γνώριζε πλήρως τον Θεό και φυσικό για έναν άνθρωπο, ώστε να κάνει ταυτοποίηση ότι πραγματικά αυτός ήταν, όπως ταυτοποιούνται στη χημεία οι άγνωστες ουσίες

Ο χριστιανικός Θεός ορίζεται ακατάληπτος, υπερβατικός, όμως ταυτόχρονα του αποδίδονται και ρητές αυθαίρετες νοητές ιδιότητες, όπως αόρατος, απανταχού παρών, πανάγαθος, τα σχετικά με την τριαδική ουσία του κλπ. Τότε οι ιδιότητές του από υπερβατικές γίνονται ρητές και έχομε συνύπαρξη ρητών και αρρήτων ιδιοτήτων, μέσα σε ένα υπερβατικό σύνολο. Παύει να ισχύει η ολότητα, το ενιαίο, του υπερβατικού, υπερούσιου, του ακατάληπτου. Αυτό όμως είναι άτοπο για την λογική και τις επιστήμες. Ο χριστιανικός Θεός δηλώνεται έτσι σαν ερμαφρόδιτος διότι του προσδίδονται συγχρόνως ρητές και άρρητες ασύμβατες ιδιότητες. Αλλά έχει και άλλες προεκτάσεις. Ας διερευνήσουμε τι προκύπτει όταν ορίσουμε ως ρητή μια ιδιότητα του Θεού που τον θεωρούμε υπερβατικό. Όταν ένα μέρος από τον υπερβατικό χώρο του Θεού γίνεται αυθαίρετα ρητό, δηλαδή νοητό τότε η ενότητα, η μονάδα παύει να ισχύει και το σύνολο στερείται από ένα υπερβατικό μέρος του, αφού κάτι υπερβατικό, άρρητο γίνεται ρητό. Έτσι έχουμε ένα στερημένο υπερβατικό και αυτό οδηγεί σε πολλαπλά μοναδιαία στερημένα υπερβατικά υποσύνολα προκειμένου να αποτελέσουν ενιαίες μονάδες. Επειδή όμως το υπερβατικό ταυτίζεται με το θείο, άρα τα στερημένα υπερβατικά είναι στερημένα θεία κάτω από το ανώτατο υπερβατικό θείο. Και για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, να διατυπώσουμε ένα παράδειγμα από τα μαθηματικά. Το υπερβατικό δεν είναι ένα ρητό σύνολο αλλά άρρητο. Έχουμε έστω χίλιες υπερβατικές ιδιότητες-μονάδες εν είδη υπερβατικού μοναδιαίου συνόλου δηλαδή μια υπερβατική χιλιάδα. Όταν μερικές μονάδες ή έστω μία εκατοντάδα την δηλώσουμε, την μεταβάλλουμε σε ρητή ιδιότητα μένουν 900 άρρητες μονάδες. Παύει να υπάρχει η υπερβατική χιλιάδα και συνεπώς και το υπερβατικό σαν μοναδιαίο σύνολο χιλιάδας. Υπάρχουν όμως 9 εκατοντάδες υποβαθμισμένα υπερβατικά υποσύνολα. Εν δυνάμει η θέση αυτή του χριστιανισμού οδηγεί σε μία πολυθεΐα και όχι μονοθεΐα γιατί όπως περιγράφει τον Θεό του, την ανώτατη υπερβατική αρχή, αυτή δεν είναι μία, αλλά μια πολλαπλή υποβαθμισμένη υπερβατικότητα, μια πολυθεΐα. Αυτό και μόνο δείχνει την εννοιολογική σύγχυση και την υποβαθμισμένη ποιοτικά θεολογία του, η οποία με την χρήση της λογικής, της φιλοσοφικής, της επιστημονικής μεθοδολογίας και τού ορθού τεκμηριωμένου λόγου στα θεολογικά θέματά αποδεικνύεται λανθασμένη.