ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ ΙΔΟΥ... ΙΔΟΥ...

8/12: Αφού ο χριστιανικός Θεός είναι ακατάληπτος, πως βεβαιώθηκαν ότι αυτά που έγραψαν οι αγύρτες και αμόρφωτοι ανθέλληνες συγγραφείς και δημιουργοί του, ότι τους τα είπε ο Θεός τους. Μήπως τους τα έστειλε ταχυδρομικώς και συστημένα;...

Παρατήρηση. Στην θέση του υιού, του χριστιανικού Θεού με τις ιδιότητες όπως περιγράφονται παρακάτω ο Ιουδαιοχριστιανισμός έθεσε και ταύτισε αυθαίρετα χωρίς απόδειξη έναν άνθρωπο τον Ιησού.

Παραθέτουμε αυτούσια αποσπάσματα από το βιβλίο «απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά του καθηγητή πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Θεοδώρου. Αντιγράφουμε.

Υπάρχει Θεός;

Το περί Θεού ερώτημα ανεβαίνει αυθόρμητα στην συνείδηση του κάθε ανθρώπου, ο οποίος ως σκεπτόμενο πρόσωπο, δεν μπορεί να νοήσει εαυτόν και να συλλάβει το νόημα του κόσμου έξω και ανεξάρτητα από την ιδέα του Θεού. Αισθάνεται ότι δεν είναι όν αυθύπαρκτο, ότι είναι πλάσμα, πίσω από το οποίο υπάρχει ποιητική αρχή, από την οποία εξαρτάται και προς την οποία αναφέρεται. Στη βάση αυτή θεμελιώνεται η θρησκευτικότητα του λογικού όντος, που σημαίνει ελεύθερη πνευματική σχέση και εξάρτηση από τον δημιουργό του.

Το περί Θεού ερώτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ανάλογο με τη σημαντικότητα της έννοιας του Θεού, που αποτελεί το αντικείμενο αναφοράς του. Είναι ερώτημα καίριο που θέτει μόνον ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος. Η άλογη κτίση δεν έχει τέτοιου είδους ευαισθησίες και δεν διατυπώνει παρόμοια ερωτήματα, δεν έχει ανάλογους προβληματισμούς. Μόνον ο άνθρωπος ερωτά, γιατί είναι η λογική εικόνα του Θεού. Στο περί υπάρξεως του Θεού ερώτημα ανάγεται ο άνθρωπος και από έναν άλλο, όχι λιγότερο σημαντικό, λόγο, από το γεγονός ότι ο Θεός είναι κεκρυμμένος και αθέατος. Δεν μπορείς να τον συναντήσεις και να τον δεις να λάβεις εμπειρική αίσθηση της παρουσίας του. Είναι Θεός «σιωπών» και απόκοσμος και, παρόλον ότι κυβερνά τον κόσμο, όμως δεν μπορείς να κατανοήσεις την ενέργειά του αυτή, η οποία είναι ακριβώς αινιγματική στο φτωχικό μυαλό μας, σε σημείο που, βλέποντας τόση ακαταστασία, τόση κακότητα και τόση φυσική και ηθική αθλιότητα στον κόσμο, ν’ αναρωτιέται κανείς αν πράγματι υπάρχει ο Θεός και προνοεί αληθινά για τα πλάσματά του.

Τι είναι ο Θεός;

Ερώτημα κορυφαίο στο οποίο ουσιαστικά δεν υπάρχει απάντηση. Το Θεό τον φαντάζονται οι άνθρωπο, άλλοι άλλως, σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τα κριτήρια που έχει ο καθένας τους. Τον φαντάζονται «κατ’ εικόνα και ομοίωσή» τους. Θεοποιούν εαυτούς ή τις δυνάμεις και τα στοιχεία της φύσεως, η οποία τους περιβάλλει.

Στην περιοχή της πίστεως περί Θεού δεν ομιλεί ο άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός στη θεία του αποκάλυψη που έκανε στο πρόσωπο του σαρκωθέντος Λόγου του.

Από αυτή μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι το άπειρο, αΐδιο και πανυπερτέλειο ον, στην ουσία του οποίου διακρίνονται τρία πρόσωπα ή τρεις υποστάσεις (Πατήρ, Υιός και άγιο Πνεύμα) ο οποίος από αγάπη και εκ του μηδενός (ex nihilo) έπλασε τα όντα, για τα οποία προνοεί, συνέχοντάς τα στο είναι και κυβερνώντας τα έτσι, να επιτυγχάνεται ο σκοπός της δημιουργίας τους, ο οποίος υπάρχει και στο απειρόσοφο δημιουργικό του σχέδιο, και η επιτυχία του οποίου αποτελεί τη μακαριότητα και τη δόξα του.

Πόσο μπορούμε να γνωρίσουμε από το Θεό;

Ως προς την ουσία του, αδυνατούμε πλήρως να τον γνωρίσουμε. Καμία κτιστή φύση, είτε άνθρωποι είτε άγγελοι, δεν έχει την δυνατότητα να διαπεράσει τον πυκνό γνόφο που καλύπτει το μυστήριο της θείας απειρίας, και να γνωρίσει τι είναι στην ουσία του ο Θεός. Η αγνωσία αυτή είναι το μυστικό του Θεού, που δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί σε κανένα ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε και στον μέλλοντα. Την ουσία του μόνον ο ίδιος ο Θεός γνωρίζει, οι τριαδικές του υποστάσεις, ο Πατήρ, ο Υιός, και το Πνεύμα το άγιο. Κανένας άλλος.

Αν όμως ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει την αδιάγνωστη και ακοινώνητη ουσία του Θεού, μπορεί παρά ταύτα να συλλάβει την θεία του ενέργεια, η οποία είναι εξωτερικώς μεταδοτή και κοινωνητή σε λογικά πλάσματα. Με αυτήν ο υπερβατικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο, επικοινωνεί με τα πλάσματά του, αποκαλύπτεται σ’ αυτά, σώζει τον άνθρωπο από την αμαρτία και αγιάζει τη λογική κτίση. Η θεία ενέργεια ανακλάται στη δημιουργία. Φυσικά είναι εξωτερικά αθέατη. Αυτήν όμως νοιώθει ο πιστός ν’ αναμοχλεύει εσωτερικά την καρδιά του, να διαφλέγει και να φωτίζει την ψυχή του. Η επαφή με την θεία ενέργεια, γίνεται πάντα δια της πίστεως. Στη βάση αυτή ο άνθρωπος «γνωρίζει και σχετίζεται με το Θεό».

Πως μπορεί να γνωρίσει κανείς αυτό, που είναι δυνατό να γίνει «γνωστό»;

Κατά την χριστιανική γνωσιολογία ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει τη γνώση του Θεού αποφατικά και καταφατικά, Έτσι αποφάσκει το θάνατο, καλώντας τον θεό, αθάνατο, και παρομοίως, άφθαρτο, απερίληπτο και απεριχώριτο ανώνυμο. αχώρητος ατελεύτητος, αναφής. Ο νους αφαιρώντας από το Θεό ότι είναι σχετικό και περιορισμένο, φθάνει σιγά-σιγά στον εσωτερικό πυρήνα του θείου όντος, ο οποίος φυσικά είναι αδιάγνωστος, απογυμνωμένος δε και αυτός (ο νους), εισδύει στο γνόφο της θείας αγνωσίας, όπου λαμπρύνεται και θεοποιείται. Ο αποφατισμός αποτελεί το κρηπίδωμα των μυστικών ενατενίσεων της Ορθοδοξίας.

Η καταφατική μέθοδος καταφάσκει στον υπέρτατο βαθμό όλες τις τελειότητες και κάθε ιδέα αγαθού, που παρατηρούνται στα λογικά κτίσματα. Λόγου χάριν αν ο άνθρωπος είναι αγαθός ο θεός νοείται πανάγαθος και παρομοίως, παντοδύναμος, πανάγιος. Η σπουδαιότερη προσηγορία του Θεού είναι αυτή που εκφράζει το πλήρωμα της ιδέας του όντος: «Εγώ ειμί ο ων».

Τόσο οι αποφατικές όσο και οι καταφατικές προσηγορίες του Θεού δεν είναι πλάσματα του νου και της φαντασίας των ανθρώπων, ονόματα ψιλά, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα στην ιδέα του Θεού. Είναι προσηγορίες μεν ανθρώπινες, βασισμένες όμως στον λόγο της θείας αποκαλύψεως, όπως αυτός φανερώνεται στις άγιες Γραφές, οι οποίες εκφράζουν την ζωντανή σχέση του Θεού με την εξωτερική δημιουργία, όπως αυτή ανακλάται στις προς τα έξω (ad extra) ενέργειες του Θεού στον κόσμο.

Ποια είναι τα στοιχεία της εννοίας του Θεού

Η μία ουσία, η τριαδικότητα και η πολυδυναμία. Η ουσία του Θεού είναι μία, είναι απόλυτα υπερβατική, ανεξερεύνητη και αδιάγνωστη. Είναι σφραγισμένο μυστήριο του Θεού, απρόσιτο σε κάθε κτιστή δυνατότητα ανθρώπων και αγγέλων. Μόνον ο άπειρος Θεός γιγνώσκει εαυτόν. Κανένας άλλος. Ο θεόπτης Μωυσής, κρυμμένος κάτω από την πέτρα, μπόρεσε να δει τα «οπίσθιά» του παρερχομένου πλησίον του Θεού, διότι δεν μπορεί να δει κανείς τον Θεόν όπως είναι, και να ζήσει. Το βάρος της θείας απειρίας είναι συντριπτικό για τα αδύναμα κτιστά πλάσματα.

Ο χριστιανικός Θεός είναι τριαδικός. Οι υποστάσεις δεν είναι τοπικά κέντρα στα οποία να μερίζεται η θεότης, αλλά τρόπος της αϊδίου υπάρξεως του ενός Θεού, ώστε ουσιαστικά να μην υπάρχουν τρεις Θεοί, αλλά ένας. Τα πρόσωπα της Τριάδος δεν είναι επίνοιες απλές, ονόματα ψιλά, τρόποι η προσωπεία με τα οποία φανερώνεται εκάστοτε ο Θεός στις σχέσεις του με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά πραγματικές και θεοπρεπείς, οι οποίες ωστόσο δεν καταστρέφουν την ενότητα και απλότητα της θείας φύσεως. Κάθε πρόσωπο στην Τριάδα έχει και το υποστατικό του ιδίωμα, το οποίο είναι αυστηρά προσωπικό, αμετάδοτο  και ακοινώνητο, δηλαδή δεν μπορεί να μεταδοθεί στα δύο άλλα πρόσωπα της αγίας Τριάδας.

Το υποστατικό ιδίωμα του Πατρός είναι αγέννητο και άναρχο. Δεν έχει ούτε χρονική αρχή ούτε αρχή προελεύσεως. Είναι η πηγαία θεότης, από την οποίαν λαμβάνουν αϊδίως το είναι ο Υιός και το Πνεύμα το άγιο. Στο πρόσωπο του Πατρός στηρίζεται η μοναρχία (η μία αρχή) στην τριαδική θεότητα. Ο Πατήρ δεν είναι ανώτερος του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Τα θεία πρόσωπα είναι ομοούσια, ισότιμα και ισοδύναμα μεταξύ τους.

Ο Υιός γεννάται αϊδίως από τον Πατέρα. Το υποστατικό του ιδίωμα είναι η γέννηση, πρόοδος μυστηριακή, της οποίας την φύση αγνοούμε. Από τη γέννηση αυτή πρέπει ν’ απομακρυνθεί κάθε παράσταση φυσικής γεννήσεως, πράγμα ανήκουστο και βλάσφημο για την άυλη φύση του Θεού (ο Υιός είναι «αμήτωρ εκ Πατρός»). Και ενώ είναι άχρονος με τη χρονική αρχή της υποστάσεώς του (η γέννησή του είναι αϊδία, δηλαδή «άμα Πατήρ, άμα Υιός»), δεν είναι άναρχος με την έννοια της προελεύσεως, διότι έχει αρχή της θεότητός του τον Πατέρα. Ο Υιός δεν είναι καλύτερος του Πατρός, επειδή γεννάται από αυτόν (έτσι φλυαρούσαν οι αιρετικοί), ούτε υποτάσσεται στη βουλή του Πατρός (θεωρία της υποταγής, subordinatio), αλλά έχει την αυτήν ουσία, την αυτή τιμή και την αυτή δόξα με τον Γεννήτορα. Την ομοουσιότητα του Υιού αρνείτο στη αρχαιότητα ο Άρειος, ο οποίος θεωρούσε τον Υιόν ως κτίσμα του Πατρός και απέριπτε την αϊδία ύπαρξή του. Την γέννηση του Υιού πρέπει να διαστείλομε από την δημιουργία των όντων από τον Θεό. Ο Υιός υπάρχει αναγκαίως στην αϊδία φύση του Γεννήτορα.

Το υποστατικό ιδίωμα του Πνεύματος είναι η εκπόρευση. Το άγιο Πνεύμα υπάρχει, καθ’ όσον εκπορεύεται εκ του Πατρός. Κι η εκπόρευση είναι πρόοδος μυστηριακή, της οποίας την φύση αγνοούμε. Διαφέρει από τη γέννηση του Υιού. Σε τι συνίσταται αυτή η διαφορά δεν γνωρίζουμε. Και το Πνεύμα είναι ομοούσιο και ομόθρονο μαζί με τα δύο άλλα πρόσωπα της αγίας Τριάδος. Επομένως δεν υποτάσσεται στον Πατέρα (και τον Υιό), πολύ λιγότερο δεν είναι κτίσμα του Πατρός, όπως ισχυρίζοταν οι αρχαίοι Πνευματομάχοι (Μακεδόνιος και Άρειος). Το Πνεύμα καλείται άγιο, γιατί είναι η πηγή, το πλήρωμα και ο φορέας κάθε άλλης υπαρκτής αγιότητος. Καθαγιάζει το «εκ του Πατρός δι’ Υιού» έργο, συνάπτον με τη χάρη του τα λογικά όντα με το δημιουργό.

Η πολυδυναμία  τέλος αναφέρεται στην ύπαρξη πολλών ενεργειών στη μία και αδιαίρετη ουσία του Θεού. Είναι διακρίσεις θεοπρεπείς δεν επιφέρουν μερισμό και κατατομή στη θεότητα. Αν και ταυτίζονται με την θεία ουσία, διακρίνονται αυτής θεοπρεπώς, χωρίς να γνωρίζουμε σε τι συνίσταται αυτή η διάκριση. Η διάκριση είναι πραγματική. Αΐδιες και άκτιστες. Μέσω αυτών επικοινωνεί ο υπερβατικός Θεός με την εξωτερική κτίση. Διαφορετικές και πολλές στον αριθμό. Δια των θείων ενεργειών κοινωνεί ο άνθρωπος με το Θεό, αγιάζεται και θεοποιείται. Ταυτίζονται με τη χάρη του Θεού, με το Θαβώριο φως και με τη δόξα της αγίας Τριάδος. Εδώ τελειώνει η αντιγραφή των χριστιανικών κειμένων.