ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ ΙΔΟΥ... ΙΔΟΥ...

6/12: Ο κατ' επίφαση ιδρυτής του Ιησούς δεν είναι ομοούσιος με τον Θεό διότι ο Θεός είναι ακατάληπτος...

 

Εννοιολογικοί απατεώνες άπαντες οι ιεράρχες του χριστιανισμού από της επιβολής του έως σήμερον. Ιδού διατί. Ευνουχιστήρια και εννοιολογικά πορνεία του Ελληνισμού οι οικουμενικές σύνοδοι και οι εκκλησίες του με πόρνες μοναχές και παπάδες τσατσάδες τους ιεράρχες και νταβατζήδες τους πάτρωνες τους Σιωνιστές και πελάτες τους απλούς αδαείς και αμόρφωτους οπαδούς τους

Η λέξη θεός είναι επίθετο και δηλώνει ιδιότητες των μεταφυσικών οντοτήτων αοράτων που διαβαθμίζονται ανάμεσα στον άνθρωπο και την Ανωτάτη Αρχή του κόσμου την οποίαν οι Έλληνες αποκαλούσαν Άρρητο Αρχή δηλαδή ακατανόητη, το όντως Ον, το Εν. Θεούς ονομάζανε τις ψυχές των τεθνεόντων ανθρώπων αφού πρώτα ανελίσσονταν πάνω από μία βαθμίδες και τις μεταφυσικές θείες δυνάμεις που συνδέουν το βιολογικό επίπεδο του ανθρώπου με την πλήρως ακατανόητη Άρρητο Αρχή περί της οποίας ουδέν δύναται να δηλωθεί ως ιδιότητά της, ούτε καταφατικά ούτε αποφατικά. Τι εννοιολογική απάτη διέπραξαν οι οικουμενικές σύνοδοι και οι ιεράρχες που τις συγκροτούσαν αλλά και συνεχίζουν να διαπράττουν οι σημερινοί   ιεράρχες του. Ονόμασαν την Άρρητο Αρχή το όντως Ον το Εν ουσιαστικό με την λέξη επίθετο θεό και την έγγραψαν Θεό. Η λέξη θεός επίθετο δήλωνε ιδιότητες μεταφυσικών δυνάμεων διαφόρων διαβαθμίσεων που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες φιλόσοφοι. Δηλαδή από εκεί που η λέξη θεός επίθετο που δήλωνε ιδιότητες πολλών οντοτήτων στον χριστιανισμό μετατράπηκε σε όνομα μιας οντότητας της πρώτης Αρχής. Έτσι εκεί που ο χριστιανισμός την χρησιμοποίησε ως όνομα οι Έλληνες την χρησιμοποιούσαν ως επίθετο δηλωτικό πολλών θεϊκών οντοτήτων. Αυτομάτως και εσκεμμένα χωρίς να γίνει ουδεμία διευκρίνηση εκ μέρους των χριστιανών ιεραρχών υπακούοντες στους Νταβατζήδες τους Σιωνιστές του ιουδαιοχριστιανικού ιερατείου την δική τους εννοιολογική παραχάραξη της έννοιας το θεός δογματικά θεωρώντας την ορθή, κατηγόρησαν τους Έλληνες ως ειδωλολάτρες διότι είχαν πολλούς θεούς(Θεούς). Έτσι οι Έλληνες οι οποίοι πρώτοι από χιλιετιών χρησιμοποίησαν την λέξη θεός με άλλη έννοια κατηγορήθηκαν ειδωλολάτρες διότι είχαν πολλούς θεούς. Οι Έλληνες λάθος δεν κάνανε διότι ανάμεσα στην Άρρητο Αρχή και στον άνθρωπο υπάρχουν πολλές θείες οντότητες. Ο Ελληνισμός αποδέχεται την ύπαρξη πλειάδας θεοτήτων και τις ονοματίζει με ονόματα από την Ελληνική ιστορία. Ο χριστιανισμός αποδέχεται την ύπαρξη των εβραϊκών θεοτήτων αγγέλλων Χερουβείμ Σεραφείμ. Ο εβραϊσμός στο ιερό βιβλίων εβραίων και χριστιανών την παλαιά ΔΙΑθήκη την Άρρητο Αρχή ονομάζει Γιαχβέ. Αυτόν η μετάφραση των 70 τον ονομάζει Κύριον εξουσιαστή και τους οπαδούς του χριστιανούς δούλους. Με αυτή την εννοιολογική απάτη κατηγορήθηκαν οι Έλληνες ειδωλολάτρες διότι με βάση την χριστιανική αυθαιρεσία είχαν πολλές Άρρητες Αρχές κάτι βεβαίως ψευδές. Επιβλήθηκε αυτός ο ορισμός από την πλειοψηφία των ανόητων αδαών και αμόρφωτων χριστιανών  που εξισώσανε τους εαυτούς τους με τους φιλοσόφους.

 

Στον Ελληνισμό ως  θεοί ορίζονται δύο μεγάλες περιπτώσεις. Οι μεταφυσικές υλικές υποστάσεις όχι ύλης ούτε οντότητες ηλεκτρομαγνητικού πεδίου που γεφυρώνουν συνδέουν οντολογικά το κόσμο της ύλης που βιώνουμε επί της Γης του υλικού κόσμου με την Άρρητο Αρχή. Επειδή οι οντότητες είναι διακριτές και λειτουργούν ως νόμοι όπως οι νόμοι της Φυσικής και της Χημείας οι απόμακροι Έλληνες πρόγονοί μας τους έδωσαν ένδοξα ονόματα από την Ελληνική ιστορία και προϊστορία. Κάποια άλλα έθνη έδωσαν διαφορετικά ονόματα από την δική τους ιστορία.

Μία άλλη περίπτωση θεών είναι οι ψυχές ενδόξων  και μεγάλων ανδρών οι ψυχές των οποίων μετά θάνατον ανελίχθηκαν σε ανώτερες θεϊκές βαθμίδες ήτοι ηρώων δαιμόνων ημιθέων και θεών ποικίλων διαβαθμίσεων. Η ανέλιξη αυτή υποβοηθείται από την καταξίωση σε όσο το δυνατόν ευρύτερο πλήθος ανθρώπων των μετέπειτα γενναίων. Τέτοιοι ήταν τα ιστορικά πρόσωπα των προπατόρων μας του Ουρανού του Κρόνου της Ρέας του γενάρχη μας ΔΙΑ του Έλληνα, οι οποίοι δια των ηρωικών πράξεων τους ηρωοποιήθηκαν μετά θάνατον του φθαρτού υλικού σώματος, καταξιωθέντες και αναδειχθέντες σε Έλληνες θεούς.

 

 

Εμείς οδηγούμε νοητικά τον Ελληνισμό.

 

Ο χριστιανισμός και οι εκκλησίες είναι τα ευνουχιστήρια  του Ελληνισμού.

 

Όλα αυτά μας οδηγούν σε ένα συμπέρασμα. Απαξιώνουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τον δόγμα, την δόξα, κάθε δόγμα, κάθε δόξα και κάθε ορθή δόξα(ορθοδοξία) όχι μόνο διότι είναι στην κατωτάτη βαθμίδα νοητικής λειτουργίας και ορθολογισμού, όχι μόνον διότι αντιπροσωπεύει το σκότος αφού δεν στηρίζεται στην απόδειξη και τα αξιώματα του ορθολογισμού, ενώ ο Ορθός Λόγος στο φως, αλλά διότι επινοήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από τους παγκόσμιους διαχρονικούς και αρχέγονους γνωστούς εξουσιαστές «νταβατζήδες» της ανθρωπότητας σαν εργαλείο επιβολής υλικής, ζωικής, ψυχικής, διανοητικής και νοητικής βίας, τρομοκρατίας, ποδηγέτησης λαών υπό την μορφή των γνωστών μονοθεϊστικών θρησκειών, καταστροφών μνημείων, έργων τέχνης, συγγραμμάτων, επιστήμης, γενοκτονιών, εξόντωσης λαών εν ονόματι αυθαίρετων και αναπόδεικτων δογμάτων. Είναι η Γκαιμπελική ρήση ένα ψέμα για να είναι πιστευτό πρέπει να είναι μεγάλο. Όσο πιο μεγάλο είναι τόσο ο αμόρφωτός λαός θα διερωτάται, μα είναι δυνατόν να είναι ψέμα, εκκολαφθέντα και αυτό όπως και όλα τα άλλα δόγματα, από τα ίδια σκοταδιστικά και απάνθρωπα κέντρα εναντίον κάθε τι του Ελληνικού.

Το Εν, το Όντως Ον των Ελλήνων φιλοσόφων θεάται και νοείται τηλαυγής στο φως της αποδεικτικής λογικής χωρίς να κινδυνεύεις να πέσεις μέσα σε σκοτεινά σημεία συλλογιστικής, είναι απαύγασμα φιλοσοφικής και επιστημονικής μεθοδολογίας ανωτέρας ευφυΐας ανθρώπων, των ειδικών, των Ελλήνων φιλοσόφων και των επιστημόνων.

Ο χριστιανικός Θεός είναι ένα κατασκεύασμα συν τοις άλλοις και με κλοπιμαίες ιδέες από την Ελληνική γραμματεία, και μη σωστά κατανοηθείσες, από ημιμαθείς για αδαείς, για τον απλό λαό ο οποίος δεν γνωρίζει να σκέπτεται ορθά επί σοβαρών θεμάτων. Απεφάσισε δηλαδή ο Θεός και έτεκε τον μονογενή υιό του και επέλεξε σημείο από όλα τα δισεκατομμύρια Σύμπαντα το δικό μας και από όλους τους δισεκατομμύρια πλανήτες του Σύμπαντός μας την Γη, και από όλους τους τόπους της Γης διαχρονικά και τοπικά τον χρόνο 0 και το γνωστό χωριό. Εξετάσανε ότι δεν γεννήθηκαν στην Γη, ή κάπου σε άλλους πλανήτες κάποιοι άλλοι υιοί Θεού ανώτεροι από τον δικό τους; Ο Θεός και οι υιοί αυτού όχι μόνο δεν κατέβηκαν ποτέ στη Γη αλλά και να θέλουν δεν μπορούν και τα σχετικά που λέγονται περί των δυνατοτήτων του είναι δυνάμεις προτίστως του ιδίου του ανθρώπου ο οποίος δεν χρειάζεται τους ειδωλότυπους μεσάζοντες του χριστιανισμού οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν ουδέν τι το οντολογικό εν αντιθέσει προς την Ελληνική Εθνική Θρησκεία η οποία αποδεικνύει τις θεολογικές θέσεις της για την οντολογική ύπαρξη των θεών της με αξιώματα, αποδείξεις και όχι με δόγματα Γκαιμπελικού τύπου (ένα ψέμα για να είναι πιστευτό πρέπει να είναι μεγάλο) διαχρονικά η ίδια ρήση πίστευε, πίστευε, πίστευε. Εννοιολογικές ασυναρτησίες και παραχαράξεις επί το ηπιότερο, οι οποίες όμως στην πορεία του χρόνου απεδείχθησαν μία βραδυφλεγής εννοιολογική και υλική βόμβα στο υπογάστριο του Ελληνισμού με την υποκίνηση αδαών και φανατισμένων ορδών, βανδάλων και βαρβάρων από τους «νταβατζήδες της ανθρωπότητας. Δεν κάνουμε νοητικό λάθος τον γνωρίζουν όλοι αυτό, πλην όμως αυτοί με έλεγχο των αμνοεριφίων και των ποιμένων του, πλουτίζουν και που το μόνο που μπορούν να λένε στη γραμμή της ρήσης του Γκαίμπελς είναι, πίστευε, πίστευε, πίστευε…

 

Ο καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Α. Θεοδώρου αναφέρει 173 δόγματα και ότι την ενότητα της εκκλησίας απαρτίζουν:

1) Η μία πίστη. Υπάρχει μία πίστη και όποιος διαστρεβλώνει ένα δόγμα γίνεται αιρετικός και τίθεται εκτός εκκλησίας.

2) Η μία θεία λατρεία.

3) Το ένα διοικητικό πολίτευμα. Το ορθόδοξο πολίτευμα είναι ιεραρχικό και συνοδικό. Οι σχισματικοί, όσοι δηλαδή προσβάλουν το πολίτευμα αυτό, αποκόπτονται όπως και οι αιρετικοί από τους κόλπους της εκκλησίας.

Σημείωση: Επειδή η λέξη θεός είναι επίθετο και προσδιορίζει ιδιότητες του στους Έλληνες θεούς τη γράφουμε με μικρό γράμμα θ, ενώ στον Χριστιανισμό επειδή χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό όνομα (κακώς βέβαια) τη γράφουμε με μεγάλο Θ. Αντιγράφουμε από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου τα παρακάτω περί Δογματική και Κύρια χαρακτηριστικά

Δογματική

Ο χριστιανικός Θεός, ο Ιεχωβά (Εβραϊκά σημαίνει ων ο υπάρχων, ο ζων) αναφέρεται στη Παλαιάν Διαθήκην ότι είναι ένας και μόνος, παντογνώστης, πάνσοφος, παντοδύναμος και παντοκράτωρ, που εδημιούργησε τα πάντα και προνοεί συντηρών και κυβερνών τον κόσμον. Απαραίτητος προϋπόθεσις προς εξήγησιν της υπάρξεως του ανθρώπου και όλων των συναφών προς αυτήν προβλημάτων είναι η πίστις εις την ύπαρξιν του ενός και μόνου αληθινού Θεού. Η ύπαρξη του Θεού αποτελεί αναμφισβήτητον αλήθειαν δια τον χριστιανόν, ο οποίος παραδέχεται Αυτόν όχι ως άψυχον σώμα, ή φυσικήν δύναμιν ή ουράνιον σώμα ή καταπληκτικόν στοιχείον ή φαινόμενον ή ψυχρόν αδιάφορον απροσπέλαστον η ως σκυθρωπόν Δεσπότην, αλλά τον θεωρεί πατέρα παντοκράτορα, φιλόστοργον και προσηνή, ο οποίος περιβάλλει τον άνθρωπον δια της απείρου αυτού αγάπης, εκφαινομένης δια της προνοίας του προς συντήρησην και σωτηρίαν των ανθρώπων και οφείλουμε το παν εις τον επουράνιον πατέρα και Θεόν. Κατά την διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας η γνώσις της ουσίας του Θεού είναι ακατάληπτος, απρόσιτος και απροσπέλαστος εις την πεπερασμένην διάνοιαν του ανθρώπου. Διότι δια της επιστημονικής γνώσεως δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν τα κατάλληλα κατηγορούμενα, δια των οποίων να εκφρασθεί το πλήρωμα της θείας ουσίας, επίσης δεν είναι δυνατόν να εξευρεθούν τα κατάλληλα ονόματα, με τα οποία θα εκφράζεται συνολικώς το περιεχόμενον της θείας ουσίας του υπερκείμενου Όντος. Η επιστημονική γνώσις ορμάται μόνον εκ των κατ’ αίσθησιν όντων και διαμορφώνει περί αυτών εννοίας, κατόπιν ερεύνης των σχέσεων αυτών ως προς το ποσόν το ποιόν, την ενέργειαν και την αλληλεπίδρασιν τούτων καθ’ ότι αφορά τον πεπερασμένον κόσμον, όπου και μόνον έχουν αυταί την επέκτασιν της δυνάμεώς των. Ο Θεός όμως είναι ον υπερκείμενον της κατ’ αίσθησιν αντιλήψεως και της εν γένει σφαίρας των πεπρασμένων όντων, ως υπεραισθητόν δε και άπειρον ον ο Θεός δεν δύναται να αποτελέσει υποκείμενον επιστημονικής γνώσεως και ερεύνης, κατά μείζονα δε λόγον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη και η ουσία αυτού, όπως αποδεικνύει κάποιος τας μαθηματικάς, φυσικάς και λοιπάς εννοίας. Άλλως τε η επιστημονική έρευνα του Θεού προσκρούει εις την έννοιαν της πίστεως, της οποίας και μόνης υποκείμενος είναι ο Θεός. Η Βίβλος καλεί τον Θεόν αόρατον και κατοικούντα «εν απροσίτω φωτί» κατά τον απόστολον Παύλον τον Θεόν γιγνώσκομεν «εκ μέρους μόνον» η δε άμεσος γνώσις του Θεού μόνον εις την πέραν του τάφου ζωήν θα γίνει «ένθα οψόμεθα αυτόν, καθώς εστί».