ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ. ΜΕΡΟΣ 2. ΡΗΣΕΙΣ
ΤΟΥ.
Βακχείου του Απολλωνιαδίτου
Παρακάτω
παρέχουμε σημαντικές από τις διασωθείσες ρήσεις του Παρμενίδη στην αρχαία
Ελληνική με την απόδοσή τους στη νέα Ελληνική, διαμορφωμένη με την δική μας
παρέμβαση εντός παρενθέσεων όπου κρίνεται σκόπιμη χωρίς να παραλλάσσεται η
ουσία του αυθεντικού κειμένου.
Α. Μαρτυρίες
1, 21-22. Διογ. πρώτος δε ούτος
την γην απέφαινε σφαιροειδή και εν μέσωι κείσθαι. δύο τε είναι στοιχεία, πυρ
και γην, και το μεν δημιουργού τάξιν έχειν, την δε ύλης. γένεσίν τε ανθρώπων
εξ’ ηλίου πρώτον γενέσθαι•…και την ψυχήν και τον νουν ταυτόν είναι
Αυτός πρώτος είπε ότι η γη
είναι σφαιρική και βρίσκεται εν μέσω. Παραδεχόταν την ύπαρξη δύο στοιχείων, της
φωτιάς και της γης, το ένα έχει την δημιουργική τάξη (μειωμένη ελαχίστη
εντροπία) και το άλλο την ύλη. Οι άνθρωποι γεννήθηκαν αρχικά από τον ήλιο (καθ’
υπόθεση δημιουργία ψυχικών ατόμων εντός ισχυρότατων ηλεκτρομαγνητικών πεδίων
στο κέντρο του ηλίου δια των θερμοπυρηνικών αντιδράσεων).…Ψυχή και νους
ταυτίζονται.
22. Πλουτ. αίδιον μεν γαρ το
παν και ακίνητον αποφαίνεται κατά την των πραγμάτων αλήθειαν• είναι γαρ αυτό
‘’μούνον μουνογενές τε …αγένητον’’
Διότι το παν (Σύμπαντα αισθητά
και μη) διατυπώνει ότι είναι αΐδιον(χωρίς αρχή και τέλος) και ακίνητο που
αντιστοιχεί στην αντικειμενική αλήθεια των πραγμάτων• διότι αυτό είναι
«μοναδικό, μονογενές και…αγένητο»
23 Ιππόλ. και γαρ και Π. εν μεν
το παν υποτίθεται αΐδιον τε και αγένητον και σφαιροειδές
Διότι και ο Παρμενίδης θέτει ως
προϋπόθεση ότι το παν (Σύμπαντα αισθητά και μη) είναι ένα, αΐδιον(χωρίς αρχή
και τέλος), αγέννητο και σφαιροειδές
27 Αριστ. ούτω γαρ οριζόμεθα το
όλον, ού μηθέν άπεστιν οίον άνθρωπον όλον ή κιβωτόν. ώσπερ δε το καθ΄ έκαστον
ούτω και το κυρίως οίον το όλον ού μηδέν έστιν έξω• ού δ‘ εστιν απουσία έξω ου
παν ό, τι αν απήι.
Έτσι πράγματι ορίζουμε το όλο,
ως κάτι από το οποίο δεν λείπει τίποτα για βελτίωσή του, όπως όταν λέμε ότι
ένας άνθρωπος είναι ολοκληρωμένος ή ένα κιβώτιο. Και, όπως ακριβώς εννοούμε το
ατομικό, έτσι εννοούμε και το κατά κυριολεξία, όπως και το όλον ως κάτι από το
οποίο τίποτε δεν είναι εκτός.
28. Σιμπλ. «το παρά το ον ουκ
ον• το ουκ ον ουδέν• εν άρα το ον» Το πέρα από το ον είναι το μη ον, αλλά το μη
ον είναι μηδέν, δεν υπάρχει• άρα το ον είναι ένα.
37. Αέτ. Π. στεφάνας είναι
περιπεπλεγμένας, επαλλήλους, την μεν εκ του αραιού, την δε εκ του πυκνού•
μικτάς δε άλλας εκ φωτός και σκότους μεταξύ τούτων.
Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, (στο
παν) υπάρχουν δακτύλιοι πλεγμένοι μεταξύ τους, επάλληλοι, από τους οποίους ο
ένας αποτελείται από την αραιή(ύλη) και ο άλλος από την πυκνή(σκοτεινή ύλη)
ουσία• και ότι μεταξύ τους υπάρχουν και άλλοι δακτύλιοι, μεικτοί, από φως(ηλεκτρομαγνητική
ακτινοβολία) και σκοτάδι(απουσία ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας)
45 Μακροβ. Π. δε και Ίππασος
πυρώδη (η ψυχή)
Ο Παρμενίδης και ο Ίππασος λένε
ότι η ψυχή είναι πύρινη (καθ’ υπόθεση λόγω των συνθηκών δημιουργίας της
ανθεκτική και αθάνατη).
Β. Αποσπάσματα. Περί φύσεως
1. Σεξτ. ο δε γνώριμος αυτού Π.
του μεν δοξαστού λόγου κατέγνω, φημί δε του ασθενείς έχοντος υπολήψεις, τον δ’
επιστημονικόν, τουτέστι τον αδιάπτωτον, υπέθετο κριτήριον, αποστάς και της των
αισθήσεων πίστεως… κατά δε την πολύφημον οδόν του δαίμονος πορεύεσθαι την κατά
τον φιλόσοφον λόγον θεωρίαν, ός λόγος προπομπού δαίμονος τρόπον επί την απάντων
οδηγεί γνώσιν
Ο μαθητής του Ξενοφάνη όμως
Παρμενίδης απέρριπτε τον δογματικό λόγο που περιλαμβάνει ασθενείς (μη
τεκμηριωμένες αντιλήψεις), ενώ έθετε ως κριτήριο τον επιστημονικό τουτέστι τον
αδιάπτωτο, τον αποδεικτικά τεκμηριωμένο, εγκαταλείποντας την πίστη στις
αισθήσεις. … «στον περίφημο δρόμο του θεού» πορεύεται, δηλαδή ερευνά τα
πράγματα σύμφωνα με τον φιλοσοφικό αποδεικτικό λόγο, λόγο που σαν προπομπός
θεός, οδηγεί στη γνώση των πάντων.
3. Κλημ. ήπτετο μεν ουν και Π.
πρότερον της τοιαύτης δόξης, καθόσον εις ταυτό συνήγεν ον και νουν και το ον
ουκ εν τοις αισθητοίς ετίθετο.
Ο Παρμενίδης καταπιάσθηκε
πρωτύτερα με μια τέτοια αντίληψη, εφόσον έκανε να ταυτιστούν το ον και ο νους
και δεν κατέταξε το ον στο κόσμο τω αισθητών
Το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και
είναι.
Από τον Hegel αυτό ερμηνεύεται
ως ταυτότητα νόησης και ύπαρξης. Η φιλολογική όμως ερμηνεία του Burnet είναι.
Εκείνο το οποίο δύναται να νοηθεί είναι το ίδιο με εκείνο το οποίο δύναται να
θεωρηθεί ως υπάρχων. Δηλαδή αυτό που νοούμε προκύπτει από κάτι που υπάρχει και
είναι νοητικά αντιληπτό, κάτι που δεν υπάρχει δεν εντυπώνεται νοητικά λόγω
ανυπαρξίας ερεθίσματος-επικοινωνίας.
6. Σιμπλ. άκριτα φύλα, οίς το
πέλειν τε και ουκ είναι ταυτόν νενόμισται κου ταυτόν, πάντων δε παλίντροπός
εστι κέλευθος
Πλήθη χωρίς κρίση που νομίζουν
πως είναι το ίδιο και όχι το ίδιο, το είναι και το μη είναι, και ότι όλα
ακολουθούν παλινδρομική πορεία
7. ου γαρ μήποτε τούτο δαμήι
είναι μη εόντα
Γιατί ποτέ δεν μπορεί ν’
αποδειχθεί ότι υπάρχει το μη ον (αφού το μη ον δεν μπορεί να προσδώσει νοητικές
εντυπώσεις λόγω ανυπαρξίας ερεθύσματος-επικοινωνίας).
8. εξ’ εμέθεν ρηθέντα. μόνος δ’
έτι μύθος οδοίο λείπεται ως εστίν• ταύτηι δ’ επί σήματ’ έασι πολλά μαλ’, ως
αγέννητον εόν και ανώλεθρόν εστίν, έστι γαρ ουλομελές τε και ατρεμές ηδέ
τέλειον•
ένας μόνο δρόμος μένει, ο
δρόμος του είναι. Σ’ αυτόν υπάρχουν σημάδια πολλά ότι είναι αγέννητο το ον και
άφθαρτο, ενιαίο, ακίνητο καθ’ οιανδήποτε έννοια, ακόμη και τέλειο.
8, 5 το ον «ουδέ ποτ’ ην ουδ’
έσται, επεί νυν έστιν ομού παν εν, συνεχές’
Το ον ούτε ήταν ποτέ ούτε θα
είναι γιατί είναι το τώρα όλο μαζί ένα, συνεχές
8, 12 ουδέ πότ’ εκ του μη
εόντος εφήσει πίστιος ισχύς γίγνεσθαί τι παρ’ αυτό πώς δ’ αν επειτ’ απόλοιτο
εόν; Πώς δ’ αν κε γένοιτο έστι γαρ ουκ επιδευές• (μη) εόν δ’ αν παντός έδειτο.
Ποτέ δεν θ’ αφήσει της πειθώς η
δύναμη να γεννηθεί από το μη ον κάτι δίπλα σ’ αυτό…Πως θα μπορούσε το ον ύστερα
να χαθεί; Πώς να γεννηθεί; … Σωστό λοιπόν είναι το ον να μη είναι ατελές• γιατί
δεν είναι ελλιπές, αν ήταν, θα είχε ανάγκη από τα πάντα.
8, 29 « ταυτόν τ’ εν ταυτώι τε
μένον καθ’ εαυτό τε κείται χούτως έμπεδον αύθι μένει»
Μένοντας ίδιο, στο ίδιο μέρος,
κείται μόνο του κι΄ έτσι στεριωμένο παραμένει.
8, 34 «ταυτόν δ’ εστί νοείν τε
και ούνεκεν έστι νόημα, ου γαρ άνευ του εόντος, εν ωι πεφατισμένον εστίν
ευρήσεις το νοείν• ουδέν γαρ (ή) έστιν ή έσται άλλο πάρεξ του εόντος, επεί το
γε Μοιρ’ επέδησεν ούλον ακίνητόν τ’ εμέναι∙»
Το ίδιο είναι να σκεφτόμαστε
και κάτι και τον λόγο που σκεπτόμαστε αυτό το κάτι, γιατί δεν θα βρεις σκέψη
καμιά χωρίς το ον για το οποίο γίνεται λόγος∙ τίποτε άλλο δεν υπάρχει ούτε θα
υπάρξει πάρεξ από το ον, αφού η Μοίρα το ανάγκασε ολόκληρωμένο και ακίνητο να
μένει
8, 42 «… τετελεσμένον εστί
πάντοθεν, ευκύκλου σφαίρης εναλίγκιον όγκωι μεσσόθεν ισοπαλές πάντηι»
Είναι τελειωμένο παντοιοτρόπως,
ολοκληρωμένο προς κάθε κατεύθυνση(ισότροπο), όμοιο με ολοστρόγγυλης σφαίρας τον
όγκο,
13. Πλάτων, Σιμπλ. ταύτην και
θεών αιτίαν είναί φησιν λέγων «πρώτιστον μεν Έρωτα θεών μητίσατο πάντων»
Αυτήν υποστηρίζει ότι είναι η
αιτία της δημιουργίας και των θεών, λέγοντας «Πρώτον επινόησε τον Έρωτα σαν
δημιουργικό αίτιο όλων των θεών»
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η μεγαλειωδέστερη ρήση όλων των
φιλοσόφων και μεγαλοφυών όλων των εποχών είναι αυτή του Παρμενίδη «Το γαρ αυτό
νοείν εστίν τε και είναι». Γιατί η νόηση αντιστοιχεί με ύπαρξη. Εκείνο το οποίο
δύναται να νοηθεί είναι το ίδιο με εκείνο που υπάρχει και είναι κατανοητό. Αυτό
που νοούμε προκύπτει από κάτι που υπάρχει οντολογικά στην αντικειμενική
πραγματικότητα και είναι νοητό, δηλαδή κατανοητό δια καταλλήλων νοητικών
ενεργειών, κάτι που δεν υπάρχει δεν εντυπώνεται νοητικά.
Ο Καρτέσιος με το «cogito ergo
sum», νοώ άρα υπάρχω, αναμασά την ρήση αυτή του Παρμενίδη. Ο Καντ και αυτός
επαναλαμβάνει τα λεγόμενα του Παρμενίδη και λέει, όλα όσα μας παρέχουν οι
αισθήσεις μας δεν είναι ο πραγματικός κόσμος, δεν είναι το όντως Ον «το πράγμα
καθ’ εαυτό». Το τελευταίο βρίσκεται στο υποκείμενο, στο παρασκήνιο, στο γεγονός
ότι είναι ένα υποκείμενο ικανό να σκέπτεται, να μετέχει, τουλάχιστον σε
συγκεκριμένες διεργασίες της σκέψης, ένα υποκείμενο που διαρκώς επιθυμεί όπως
το εκφράζει ο Schopenhauer(και η σύγχρονη θεώρηση του δίδει υψίστη-άπειρη τάξη
δηλαδή απολύτως ελαχίστη-μηδενική εντροπία). Πέραν από κάθε αμφιβολία πρόκειται
για το αιώνιο, ακίνητο όντως Ον του Παρμενίδη το μετέπειτα Εν του Πλάτωνα και
των Νεοπλατωνικών, το οποίο ως προς την ουσία του διατηρείται ανέγγιχτο και
ανεπηρέαστο.
Η θεώρηση της ύπαρξης του
κόσμου δεν προκύπτει εξ αποκαλύψεως και θεοπνευστίας όπως διδάσκει ο
Ιουδαιοχριστιανισμός αλλά τίθεται ως πρόβλημα το οποίο είναι δυνατόν να
ερευνηθεί νοητικά και συνεπώς να κατανοηθεί. Το νόημα των διδασκαλιών του
Παρμενίδη είναι ότι δυνάμεθα δια της νοήσεως, υπερβαίνοντες την
υποκειμενικότητα, να αντιληφθούμε τον σταθερό οντολογικό πυρήνα, να εισδύσουμε
στο οντολογικό του Όντος νόημα. Στην γνώση αυτή του Όντος οδηγούν όχι οι
αισθήσεις οι οποίες μας εμφανίζουν πολλότητα, γένεση, φθορά, μεταβολή, αλλά ο
Νους, ο οποίος νοεί. Δεν εξισώνει το νοείν με την διανοητική σκέψη. Η ύπαρξη
παύει να θεωρείται ως κάτι το αυτονόητο και γίνεται απόρροια ή οποία επιζητεί
μία λύση.
Το ότι το Ον νοείται συνεχώς
βαθύτερα και πλατύτερα το αποδεικνύει το βιοτικό, το πολιτιστικό και
επιστημονικό επίπεδο το πλάτος και το βάθος των σύγχρονων επιστημονικών
ερευνών, εν αντιθέσει με την μόλις μερικών σελίδων «θεόπνευστη εξ αποκαλύψεως»
Ιουδαιοχριστιανική ερμηνεία της δημιουργίας του κόσμου από τον Γιαχβέ σε έξη ημέρες.
Για το Ον μπορεί κάποιος να πει
μόνον ότι είναι, όχι ότι ήταν ή θα είναι. Το μη Ον δεν υπάρχει γιατί δεν είναι
νοητικά αντιληπτό. Θεωρώντας υπό την προοπτική αυτή το Ον ο Ελεάτης φιλόσοφος,
περιέχεται σε οξύτατη αντίθεση προς τους Ίωνες φιλοσόφους, οι οποίοι έθεταν το
πρόβλημα για τη γένεση των όντων. Ο Παρμενίδης διδάσκει ότι γένεση δεν υπάρχει.
Αν δεχθούμε γένεση, δεχόμαστε ότι ένα Ον παράγεται εκ του μη Όντος. Αλλά τούτο
κατά την άποψη του είναι όλως απαράδεκτο. Στην θέση λοιπόν στην οποίαν τοποθετούσαν
οι Ίωνες την ποικιλία της γένεσης, ο Παρμενίδης τοποθετεί το αναλλοίωτα
υφιστάμενο Ον.
Ο Παρμενίδης, μας εκθέτει και
ένα άλλο είδος έρευνας στον κόσμο της εμπειρικής γνώσης και πραγματικότητας,
της δοξασίας. Ενώ στην οδό της αληθείας, της αληθινής πραγματικότητας, οι
προτάσεις μπορεί να είναι απολύτως αληθείς ή απολύτως ψευδείς, οι προτάσεις για
τα δεδομένα της εμπειρίας δεν είναι ποτέ απολύτως αληθείς ή ψευδείς αλλά γνώμες
στατιστικής υφής που προϋποθέτουν την παραδοχή της πολλαπλότητας πολλαπλών απαντήσεων
και της μεταβλητότητας και υπόκεινται με κριτική σε διόρθωση ή αναίρεση μερικώς
ή ολικώς.
Για την απλοϊκή αισθητηριακή
αντίληψη, η διαφορετικότητα των πραγμάτων χάρις στην οποία αυτά παρουσιάζονται
πολλά και πολλαπλά, συνίστανται στον διαχωρισμό τους με την παρέμβαση του κενού
χώρου. Κάθε κίνηση συνίσταται στην μετατόπιση που υφίσταται το «πλήρες» μέσα
στο «κενό». Επομένως αφού δεν υπάρχει κενό τότε ούτε η πολλαπλότητα ούτε η
κίνηση είναι πραγματικές.
Σήμερα που αποδεικνύεται η
ύπαρξη της σκοτεινής ύλης-ενέργειας διάσπαρτης στο Σύμπαν, φαίνεται να
λειτουργεί σαν αόρατος σύνδεσμος στο παρασκήνιο που το συνδέει σε ένα ενιαίο
σύνολο. Πέραν αυτής και της ύπαρξης κάποιου άλλου συνδετικού μέσου που οι
Έλληνες φιλόσοφοι ονομάζουν αιθέρα, η επιστήμη ψηλαφεί την ύπαρξη και άλλων
συνδετικών αιτιών που δεν αναλύουμε επί του παρόντος και που επιβεβαιώνουν την
ρήση του Παρμενίδη «εν το παν».
Κατά τον Αέτιο, ο κόσμος κατά τον Παρμενίδη αποτελείται από
δακτυλίους, από ζώνες επάλληλες. Η μία ζώνη είναι από αραιή(ύλη) ουσία, η άλλη
από πυκνή(σκοτεινή ύλη), κάποιες ανάμεσά τους είναι ανάμεικτες από
φως(ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία) και σκοτάδι(απουσία ηλεκτρομαγνητικής
ακτινοβολίας). Θέσεις που συμβαδίζουν ακόμη και με σύγχρονες θεωρητικές έρευνες
για επάλληλους κόσμους εν είδη κβαντικών στοιβάδων όπως οι κβαντικές στοιβάδες
των ατόμων των στοιχείων, οι οποίες φαίνεται ότι αποτελούν πύλες διέλευσης
υπερπληροφορίας του Όντος του Παρμενίδη ή του Καθολικού Συμπαντικού Λόγου του
Ηράκλειτου προς και από τον κόσμο που ζούμε.
Ο Παρμενίδης σαν τον Ηράκλειτο,
απορρίπτει τα δεδομένα των αισθήσεων, τα αναπληρώνει με τη νόηση, αλλά
διαφορετικά. Ο Ηράκλειτος πιστεύει ότι οι αισθήσεις οδηγούν σε πλάνη γιατί
πείθουν για την σταθερότητα του είναι, ενώ κατά την γνώμη του πίσω από τα
φαινόμενα υπάρχει η πραγματικότητα, η αδιάκοπα μεταβαλλόμενη ουσία του πυρός. Ο
Παρμενίδης αντίθετα υποστηρίζει ότι η πλάνη των αισθήσεων οφείλεται στην
φαινομενική αλλαγή και φθορά, ενώ στην πραγματικότητα πίσω από αυτές υπάρχει το
αμετάβλητο είναι. Το φιλοσοφικό σύστημα του Παρμενίδη αρνείται ολοκληρωτικά την
εποπτεία και την εμπειρία. Αυτός είναι ο λόγος που ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης
αποκάλεσαν όλους τους Ελεάτες, στασιώτες και ερευνητές του αφύσικου.
Το πεδίο ορισμού του Είναι, του
Όντος καθ’ εαυτού του Παρμενίδη, είναι διαφορετικό ευρισκόμενο σε άλλη
διάσταση, στον αμετάβλητο χωρόχρονο, υπεράνω του πεδίου ορισμού Γίγνεσθαι του
Ηράκλειτου το οποίο ευρίσκεται στον κόσμο που βιώνουμε και ζούμε όπου
μεταβάλλονται χωρικά οι τρεις διαστάσεις συναρτήσει του χρόνου. Η διαφορετική
αυτή θεώρηση προκύπτει από την άγνοια που έχουμε για το τι είναι χρόνος, αν
υπάρχει, ή είναι ένα μη ακριβές είδωλο ενός μη αντιληπτού φυσικού μεγέθους.
Κατ’ ουσία δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους και είναι δύο διαφορετικές θεωρήσεις
του ιδίου Όντος. Κατά την άποψή μας η αντίθεση μεταξύ τους προέρχεται από το
γεγονός ότι ο Παρμενίδης θεωρεί ότι η αίσθηση του χρόνου από τον άνθρωπο
αποτελεί μια απατηλή αντίληψη. Υπάρχει το χωροχρονικό συνεχές, οι τρεις
διαστάσεις του χώρου και ο χρόνος αλληλοεξαρτώμενα σε ένα μέγεθος τον
χωρόχρονο. Πράγματι σήμερα δεχόμαστε ότι τα γεγονότα στον χωρόχρονο είναι
αμετάβλητα. Κλειδί εισόδου στον επόμενο κβαντισμένο χώρο η ταχύτητα του φωτός
300.000km/sec στην οποία ο χρόνος των γεγονότων τείνει στο άπειρο, δηλαδή δεν
υπάρχει μεταβολή και όλα τα γεγονότα π.χ. όλες οι βιοχημικές αντιδράσεις αργούν
τόσο που διακόπτονται και παγώνουν. Δεν υπάρχει παρελθόν ή μέλλον και ο κόσμος,
το Ον είναι ατρεμές και αΐδιον ευρισκόμενο σε ένα διαρκές παρόν, μόνο στο
είναι, ακίνητο καθ’ οιανδήποτε έννοια.
Ο Ηράκλειτος θέτει την
Γένεση-Μεταβολή στον παρόντα κόσμο όπου οι ταχύτητες ύλης είναι μακράν της
ταχύτητας του φωτός, στην διάσταση που ζούμε, όπου υπάρχει μια ψευδαίσθηση του
χρόνου, ανήμπορος ο άνθρωπος να εννοήσει τον χωρόχρονο. Σ’ αυτόν τον κόσμο που
ζούμε υπάρχει Γένεση- Μεταβολή χωρική, των τριών διαστάσεων συναρτήσει του
χρόνου και ισχύει «τα πάντα χωρεί-ρει και ουδέν μένει» του Ηράκλειτου. Παρά το
γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών θεωρήσεων και η σημερινή
φυσική δικαιώνει και τους δύο, ο Παρμενίδης αποδεικνύεται ορθολογιστής και η
θέση του ταυτίζεται με την πραγματικότητα υπεράνω του χρόνου ενώ ο Ηράκλειτος
παραμένει εγκλωβισμένος μέσα στον χρόνο.
Κατά τον Russel η ιστορική
σημασία του Παρμενίδη έγκειται στο γεγονός ότι επινόησε ένα είδος μεταφυσικής
απόδειξης που από τη μία ή την άλλη μορφή απαντά στους περισσοτέρους
μεταφυσικούς μέχρι και τον Hegel. Λένε συνήθως πως ο Παρμενίδης εφηύρε τη
λογική, αλλά αυτό που πραγματικά εφηύρε ήταν η μεταφυσική βασισμένη στη λογική.
Η αντίθεση του παρμενίδειου Είναι και του ηρακλείτειου Γίγνεσθαι έγινε η
αφετηρία για μεταγενέστερα συμβιβαστικά συστήματα του Εμπεδικλή, του Αναξαγόρα
των ατομικών και του Πλάτωνα ενώ η έννοια του αμετάβλητου Όντος σαν σταθερό
υποκείμενο ποικίλων κατηγορημάτων έγινε κατά τον Russel και διατηρείται ως
σήμερα, μια από τις βασικότερες έννοιες της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, της
φυσικής, της σύγχρονης κοσμολογίας, της θεωρίας της σχετικότητας και αποτελεί
την Ελληνική Κοσμοθέαση και μια από τις αρχές της Ελληνικής Θεολογίας.
Ο σοφός Ελεάτης, ο Παρμενίδης
μας, ο πατέρας της λογικής και του ορθού λόγου είναι ο πρώτος από τους Έλληνες
φιλοσόφους οι οποίοι έθεσαν και αντίκρισαν το οντολογικό πρόβλημα ως θεμελιώδες
και αιώνιο θέμα της φιλοσοφίας και με την μεγαλειώδη ρήση του, «Το γαρ αυτό
νοείν εστίν τε και είναι», δίνει το στίγμα της βαθύτερης πραγματικότητας του
κόσμου με τόση σαφήνεια, όσο ουδείς άλλος μέχρι σήμερα διατύπωσε.