ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ. ΜΕΡΟΣ 1.
Βακχείου του Απολλωνιαδίτου
Ο
Παρμενίδης, ο Έλληνας φιλόσοφος, υιός του Πύρητος, γεννήθηκε στην Ελέα της κάτω
Ιταλίας, της Μεγάλης Ελλάδας, και υπήρξε κορυφαίος εκπρόσωπος της Ελεατικής
φιλοσοφικής σχολής, την οποία ίδρυσε ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος και στη οποία
ανήκουν και οι Ζήνων και Μέλισσος. Έζησε από το -540 έως το -470. Ήταν μαθητής
του Ξενοφάνη αλλά στη φιλοσοφία τον προέτρεψε ο Πυθαγόρειος Αμεινίας.
Διαμόρφωσε περαιτέρω την Ελεατική φιλοσοφία σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε
«Στατική θεώρηση του Παντός (αισθητών και μη, Συμπάντων). Περί το -480 έγγραψε
φιλοσοφικό έπος ποίημα «Περί φύσεως» το οποίο θεωρήθηκε ότι γράφηκε σαν
απάντηση προς τον Ηράκλειτο και διαιρείται σε τρία μέρη. Στο πρώτο, το
εισαγωγικό, σε ένα δεύτερο το θεωρητικό στο οποίο εκτίθεται η επιχειρηματολογία
του Παρμενίδη σχετικά με την αλήθεια και σε ένα τρίτο που αναφέρεται στην
εμπειρική γνώση, τις δοξασίες, τα φαινόμενα, τα νομιζόμενα, τα δοκούμενα.
Ο
Παρμενίδης, πατέρας της λογικής, του ορθού λόγου, είναι αντίθετος προς τα
δοκούμενα και λέει ότι, η εικόνα του κόσμου που μας δίδουν οι αισθήσεις, δεν
είναι η πραγματική, αλλά φαινομενική και μεταβαλλόμενη. Ο κόσμος αποτελεί μια
ψευδαίσθηση. Η θρησκεία, ανήκει στον φαινομενικό κόσμο της δοξασίας. Δεν
υπάρχουν πολλά πράγματα αλλά ένα, και αυτό είναι το όντως Ον, το καθ΄ αυτό Ον,
το Εν. Το μη Ον δεν υπάρχει. (Οι όροι Εν και όντως Ον είναι ταυτόσημες και
ονοματίζουν την υπερβατική αρχή, το σύνολο των υφισταμένων αισθητών και μη,
οντοτήτων που συνιστούν το Παν, δηλαδή τον Κόσμο όλο).
Ο
Παρμενίδης με την μεγαλειώδη ρήση του «Το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι»,
δηλαδή αυτό που νοούμε αντιστοιχεί σε κάτι που υπάρχει και είναι νοητό, δίνει
το στίγμα της βαθύτερης πραγματικότητας του κόσμου με τόση σαφήνεια, όσο ουδείς
άλλος μέχρι σήμερα διατύπωσε. Δεν απορρίπτει τον υλικό κόσμο των αισθήσεων,
λέει, αξίζει να τον μελετήσουμε και αποδεικνύει ότι υπάρχει κάτι το αμετάβλητο
στον κόσμο το όντως Ον, επιδεκτόν νόησης, η γνήσια πραγματικότητα μέσα στην
νόηση, το υποκείμενο της γνώσης του.
Ο
Παρμενίδης στο έργο του «Περί φύσεως» διδακτικό ποίημα γραμμένο σε εξάμετρους
στοίχους από το οποίο διασώζονται 163 στοίχοι, χρησιμοποιεί το ιερατικό επικό
ύφος και παρουσιάζεται ως κατέχων γνώση αποκαλυφθείσα σε αυτόν από την θεά, την
συμβολίζουσα το φως της ημέρας και της αληθείας ακολουθών το παράδειγμα του
Ησιόδου εμπνεόμενου υπό των Μουσών.
Το
κύριο μέρος του ποιήματος αναφέρεται στις δύο μεθόδους της έρευνας, μέθοδοι που
αποκλείονται αμοιβαία: αν κάποιος ακολουθεί την μία, είναι αδύνατον να πορευθεί
την άλλη. Η μία είναι να δεχτεί κανείς ότι το είναι εστίν και η άλλη ότι εστίν
το ουκ είναι. Από την μια είναι η μέθοδος της πειθώς, που ακολουθεί την
αλήθεια, κι΄ από την άλλη η άτοπη μέθοδος, που επιβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του
μη Όντος. Αλλά το μη Ον δεν μπορεί να το γνωρίσει κανείς ούτε και να το
εκφράσει. Γιατί το «είναι» και το «νοείν» είναι το ίδιο, δηλαδή νοούνται μόνο
τα υπαρκτά. Εν αντιθέσει προς τας αντιλήψεις των Πυθαγορείων, οι οποίοι
εκλάμβανον τους αριθμούς ως μη αποτελούντες συνέχεια, τονίζεται ότι το Ον
τυγχάνει ανεπίδεκτο διαιρέσεως. (Δεν υπάρχει αντίφαση γιατί οι διαπιστώσεις τους
αφορούν διαφορετική γωνία θεώρησης του όντως Όντος).
Υπάρχει
όμως και μια τρίτη άποψη, αυτή των ανθρώπων που είναι ανήξεροι και παραπαίουν
εδώ κι εκεί, ζώντες μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας, χωρίς να ακούνε και να
βλέπουν τίποτα και δίχως κρίση. Αυτοί πιστεύουν άλλοτε, ότι το είναι και το μη
είναι ταυτίζονται, κι άλλοτε ότι είναι τελείως διαφορετικά.
Η
βασική αρχή του Παρμενίδη συνοψίζεται λοιπόν στη φράση ότι το είναι διαφέρει
εντελώς από το μη είναι, διότι το πρώτο έχει ύπαρξη. Η ανθρώπινη εμπειρία όμως
οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα διότι βασίζεται στα δοκούμενα-φαινόμενα που
δημιουργούν οι αισθήσεις ή σε αβάσιμες μη τεκμηριωμένες πληροφορίες.
Κατά
τον Παρμενίδη τα χαρακτηριστικά του όντως Όντος είναι: Δεν έχει γένεση ούτε
συγγενείς οντότητες, τυγχάνει «μονογενές», δεν ταράσσεται από συγκίνηση και δεν
είναι κάτι το ατελές το οποίον χρειάσθηκε να αχθεί σε τελειοποποίηση. Επειδή
δεν έχει γένεση δεν έχει εξολοθρευμό, υπάρχει ως ολότητα χωρίς να διασπάται σε
συγγενικά γένη, χωρίς να συνταράσσεται ούτε να μπορεί να παραχθεί κατόπιν
κατασκευής. Είναι ένα (μονιστική θεωρία του Όντος), αιώνιο, ολότελα ομογενές,
ενιαίο, αδιαίρετο, αγέννητο, άφθαρτο, ακίνητο και άπειρο σαν σφαίρα, σταθερό,
χωρίς αρχή και τέλος. Το Ον δεν ήταν ποτέ ούτε θα είναι, αλλά αποτελεί ένα
καθαρό «τώρα» και είναι νοητό σαν ένα συνεχές παρόν, έννοια που ταυτίζοται με
την σύγχρονη έννοια του χωροχρονικού συνεχούς της θεωρίας της σχετικότητας.
Δύο
περιπτώσεις υπάρχουν, να γεννήθηκε από το μη Ον ή από το Ον. Η πρώτη περίπτωση
αποκλείεται αφού το μη Ον δεν υπάρχει και από το μη Ον ουδέν γίγνεται, αλλά και
η δεύτερη περίπτωση αναιρείται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να γίνει από το Ον
κάτι άλλο έξω από τον εαυτόν του, όπως και από το μη Ον δεν μπορεί να προκύψει
Ον. Δεν αποδέχεται την αρχή «αιτίου και αιτιατού» στην δημιουργία του Όντος.
Είναι ένα ολόκληρο, συνεχόμενο και συμπαγές σύνολο. Επειδή δεν έχει καμία
έλλειψη, αλλά είναι ολοκληρωμένο και πλήρες, μπορεί να παρασταθεί σαν μια
τέλεια σφαίρα, που ισορροπεί από το κέντρο προς όλα τα σημεία της. Μπορεί το Ον
να έχει όρια εντός των οποίων το κρατάει η ανάγκη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι
είναι πεπερασμένο, γιατί τα πέρατα αυτά είναι σαν εκείνα μιας τέλειας σφαίρας,
η οποία είναι ουσιαστικά άπειρη, όχι με την έννοια του χαοτικού απείρου, αλλά του
χαοτικού γεμάτου πληροφορία, τάξη και αρμονία.
Το
Ον υπάρχει, είναι συνεχές και αδιαίρετο δηλαδή χωρίς κενό χώρο. «Είναι» και
«πλήρωση χώρου» είναι το ίδιο και το αυτό, από την άλλη το «μη είναι», το «μη
Ον» είναι ανύπαρκτο. Δηλαδή σημαίνει έλλειψη χωρητικότητας-σωματικότητας,
ανύπαρκτο, απειροστό χώρο και χρόνο, και ομοίως ανυπαρξία για κάθε έννοια που
συνιστά την ολότητα του όντως Όντος. Δηλαδή είναι, σημαίνει το πλήρες και την
πραγματικότητα. Ο κενός χώρος δεν έχει οντότητα καθ΄ οιανδήποτε έννοια. Αν είχε
τότε θα βρισκόταν εκεί όπου απουσίαζε το Ον, εκεί δηλαδή που θα κυριαρχούσε το
μηδέν. Το μηδέν, το μη Ον όμως δεν υπάρχει, άρα δεν υπάρχει κενό. Είναι ακόμη
το Ον «άναρχο και άπαυστο» διότι γι΄ αυτό δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος, δεν
υπόκειται σε κίνηση, διότι κείται πάντοτε μέσα στον εαυτόν του. Δεν υπάρχει ως
προς αυτό ουδεμία στέρηση. Δεν υφίσταται την διάσταση των χρονικών διαστάσεων
του παρελθόντος και του μέλλοντος. Υπάρχει ως συνεχής παρουσία. Δεν διετέλεσε
ποτέ εις την κατάσταση του παρελθόντος, διότι υπάρχει ως απολύτως
αντιμετωπιζόμενο παρόν, υφιστάμενο εξ΄ ολοκλήρου σε αδιάσπαστη ενότητα και
συμπεριλαμβάνει το σύγχρονο χωροχρονικό συνεχές.