ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΥΠΕΡΟΠΛΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ! Οι Σπαρτιάτες είχαν φτιάξει τη πρώτη ατομική βόμβα- Οι θαυματουργές ασπίδες που διέλυσαν τους Πέρσες!

2015/10/31 5:51 μμ

11111113

Μια σπουδαία ιστορία για την Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα για τους θαρραλέους πολεμιστές της Σπάρτης έρχεται στο φως της δημοσιότητας από τον Αμερικανό πυρηνικό φυσικό και καθηγητή μεταλλουργίας, Δρ. Λάιλ Μπόρστ!Το 1961 λοιπόν ο Μπόρστ εντυπωσιασμένος από τη φήμη και την ιστορία των Σπαρτιατών αποφάσισε να κάνει το μεγάλο ταξίδι και να επισκεφτεί την Σπάρτη ώστε να μάθει περισσότερα στοιχειά για την εποχή και τα κατορθώματα τους.

Ζήτησε λοιπόν από τους εκεί αρχαιολόγους να δει δείγματα οβολών από το Ηραίον ( ναό – θησαυροφυλάκιο της αρχαίας Σπάρτης) του 670 π.χ και αφού τα ανέλυσε απεφάνθη πως οι Σπαρτιάτες δεν είχαν απλώς σίδερο αλλά ατσάλι!

Δηλαδή ένα κράμα σιδήρου και άνθρακα με περιεκτικότητα σε άνθρακα μεταξύ 0,2 και 0,8%.Κατά την δήλωση του στους New York Times, αυτό ισοδυναμούσε με  την κατοχή ατομικής βόμβας για τα μέτρα της εποχή.

Αυτό εξηγεί επιστημονικά, πέρα από την αποδεδειγμένη ανδρεία που υπέδειξαν ο Λεωνίδας και οι 300 Σπαρτιάτες του στη μάχη των Θερμοπυλών και πέρα από την επιλογή του τέλειου στρατηγικού σημείου της μάχης, το πώς 300 άνδρες αποδεκάτισαν έναν στρατό Περσών, Μήδων και Σακών που αριθμούσαν τις 50.000 πάνοπλων αδρών, συμπεριλαμβανομένων και των πλέων επίλεκτων ταγμάτων των Περσών των αθανάτων, πριν πέσουν όλοι από τα βέλη των τοξοτών μετά απ΄ την προδοσία του Εφιάλτη.

Για άλλη μία φορά αποδεικνύεται (και μέσα από την επιστήμη) το πόσο προηγμένη τεχνολογία διέθεταν οι αρχαίοι Έλληνες.

Φανταστείτε τώρα με πόση ευκολία μπορούσαν τα ατσάλινα ξίφη των Σπαρτιατών να διαπεράσουν τις χάλκινες και σιδερένιες πανοπλίες των Περσών και ακόμα πόσο φόβο θα προκάλεσε στους Πέρσες το γεγονός πως στα δικά ξίφη τους οι Σπαρτιάτικές πανοπλίες έμεναν ανεπηρέαστες.

Στο όλο αυτό αξιοθαύμαστο ιστορικό στοιχείο έρχεται να συνδυαστεί η ανεξήγητη μέχρι και σήμερα εικασία ότι οι αρχαίοι Έλληνες πολεμιστές χρησιμοποιούσαν ασπίδες με θαυματουργές ιδιότητες!

Η ιστορία ξεκινάει με τον θρύλο του Άβαντος, πού αναφέρεται στην θαυματουργή ασπίδα του «Άβαντεία ασπίς» οι περιπέτειες της οποίας έχουν ως έξης:

Κάποτε κάποιος έφηβος έτρεψε σε φυγή ολόκληρο στράτευμα με την μαγική δύναμη της άσπίδος του, ή οποία αργότερα περιήλθε στον Δαναό, πού την ανήρτησε, αφιερώνοντας την στο Ηραίον του Άργους.

Ό Λυγκεύς τόλμησε να ξεκρεμάσει το αφιέρωμα και να το προσφέρει στον γιό του Άβαντα, ό όποιος μόνον με αυτή καθυπέταξε τους αντιπάλους του, διότι ή παρουσία της άσπίδος έτρεπε σε φυγή τους εχθρούς.

Με την παράδοση αυτή συνδεόταν και το πανάρχαιο έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι νικητές των αγώνων του Άργους ελάμβαναν εκτός από τον στέφανο και για έπαθλο μια ασπίδα.

Αυτή την παράδοση περί Άβαντείας άσπίδος χρησιμοποίησε εντέχνως ό Βιργίλιος, για να κολακεύσει τον αυτοκράτορα Αύγουστο, πού νίκησε τον Αντώνιο στο Ακτίο (31 π.Χ.).

Οι θεοί ετάχθησαν τάχα υπέρ του Οκταβιανού Αυγούστου και τον έκαναν ικανό να παραλάβει την θαυματουργή ασπίδα, την οποία ό Αινείας φεύγοντας από την Τροία κρέμασε στην πύλη του ναού τού Απόλλωνος στο Ακτίο.

Αλλά δεν ήταν συνηθισμένες ασπίδες και εκείνες του Ηρακλέους και του Αχιλλέως.

Ή Ασπίς Ηρακλέους είναι ένα από τα πιο περίεργα αρχαιοελληνικά κείμενα και αναφέρεται στην περίφημη ασπίδα τού μεγίστου θρυλικού ήρωα του Ελληνισμού.

Ό θείος ποιητής Ησίοδος περιγράφει αυτήν ως ουράνια: «Χερσί γε μην σάκος είλε παναίολον, ουδέ τις αυτό ούτέρρηξε βαλών ούτέθλασε θαύμα ίδέσθαι πάν μέν γάρ κύκλω τιτάνω λευκώ τ” έλέφαντι ήλέκτρω θ” ύπολαμπές έην χρυσω τε φαεινω λαμπόμενον, κυάνου δέ διά πτύχες ήλήλαντο…» (στ. 139-143).

Πήρε λοιπόν στα χέρια του την ασπίδα πού ήταν σαν πανάλαφρο μπαλόνι (σάκος παναίολον), πού κανένας ποτέ δεν την έσκισε ή την έσπασε χτυπώντας την, και ήταν θαυμάσιο να την κοιτάζεις. Γιατί ολόκληρη ή κυκλική της επιφάνεια λαμποκοπούσε από τιτάνιο, και από λευκό ελεφαντόδοντο κι από κεχριμπάρι κι άστραφτε από το χρυσάφι το λαμπερό, την διαπερνούσαν δε πολλές βαθυγάλαζες ταινίες…

Από την συνέχεια του κειμένου φαίνεται ότι στην μέση της άσπίδος βρισκόταν ένας δράκος, του όποιου τα μάτια έλαμπαν σαν την φωτιά και πού είχε μια σειρά λευκά δόντια, τρομερά και απλησίαστα.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δώσει κανείς στην αναφορά του Ησιόδου, ότι πάνω στο φρικτό του μέτωπο (τού δράκοντα) πετούσε ή Εριδα ή τρομερή πού ξεσηκώνει ταραχές ανάμεσα στους άνδρες, ή καταραμένη πού συνηθίζει να παίρνει τον νουν και τον λογισμό των ανδρών, εκείνων πού με έχθρα πολεμούν τον γιό τού Διός.

Μήπως ευρισκόμεθα ενώπιον ενός άγνωστου όπλου (ψυχοτρονικού πολέμου;) πού προκαλούσε μανία και πανικό στους εχθρούς; (Αυτό είναι το ερώτημα πού ανακύπτει από το προαναφερθέν σημείο της περιγραφής τού θεϊκού ποιητή Ησιόδου).

Προβληματισμό προκαλούν οι αμέσως ακολουθούντες στίχοι: «τών καί ψυχαί μέν χθόνα δύνουσΆϊδος εϊσω αυτών, όστέα δέ σφι περί ρινοΐο σαπείσης Σειρίου άζαλέοιο μελαίνη πύθεται αϊη» (στίχοι 151-153).

Το απόσπασμα αυτό μεταφράζεται ως εξής:

«Οι ψυχές εκείνων μπαίνοντας στην γη χώνονται βαθειά στον Άδη, και τα κόκκαλα τους, μόλις οι σάρκες, πού τα περιβάλλουν, λειώσουν από το κάμα τού Σειρίου, σαπίζουν μέσα στην μαύρη γη».

Στους στίχους αυτούς, όπως υποστηρίζει ό Θεόδωρος Άξιώτης στην «ΑΡΓΩ», τονίζεται ότι ο κυριότερος ρόλος της ασπίδος ήταν εκείνος των ουρανίων ταξιδιών.