ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ 2

Βακχείος ο Απολλωνιαδίτης: Αθήνησιν: 6-Μαΐου-2006

Αγαπητοί Συνέλληνες

Η ομιλία αυτή αποτελεί μια εισαγωγή στον τίτλο του θέματος, το οποίο θεωρώ υψίστης σημασίας για εμάς τους Έλληνες. Θα θίξουμε, τι είναι έννοιες και τι γλωσσικές οντότητες, πως γίνεται η σύνδεση τους με τις ονομασίες τους, γιατί η σαφήνεια στην διατύπωσή τους είναι σχετική, πού ευρίσκονται, ποία είναι η μορφή τους και σε τι ωφελούν. Θα παραθέσουμε συλλογιστικές που μας οδηγούν στην αντικειμενική πραγματικότητα των γλωσσικών οντοτήτων. Η σαφήνεια, η ακρίβεια, η λεπτομερειακή ανάλυση των σκέψεών μας με τον Ελληνικό λόγο, πρέπει να γίνει μία από τις μεγάλες μας ιδέες.

 

2. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για να σας προϊδεάσω επί του θέματος, θα χρησιμοποιήσω δύο παραδείγματα.

Παράδειγμα Α

Εάν δώσω σε μερικούς από το ακροατήριο να διατυπώσουν τι σημαίνει ελευθερία, θα ακούσουμε διαφορετικούς ορισμούς. Εάν από αυτούς τους ιδίους, τους ζητηθεί εκ νέου να επαναδιατυπώσουν τι σημαίνει ελευθερία, ελέγχοντας ο καθένας την ακρίβεια και σαφήνεια της προηγούμενής του απάντησης, σχεδόν όλοι, θα διατύπωναν και πάλι απαντήσεις διαφορετικές ο καθένας από την δική του.

Από τα παραπάνω, αλλά και από άλλες περιπτώσεις, ανακύπτουν ορισμένοι προβληματισμοί.

Γιατί υπάρχουν διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια ερώτηση, ακόμη και από το ίδιο άτομο; Από πού προέρχονται οι σκέψεις, οι εμπνεύσεις, οι διαισθήσεις, οι προαισθήσεις, πολλές φορές χωρίς λογική εξήγηση; Είναι ένα μυστήριο η φύση της διαίσθησης, δηλαδή της ικανότητας του νου να παράγει ξαφνικές εμπνεύσεις-λύσεις σε προβλήματα, τα οποία μια προηγούμενη μακρά λογική διερεύνηση, δεν μπόρεσε να λύσει. Ποιος είναι ο μηχανισμός τους; Αυτά τα επιβεβαιώνουν μεγάλοι μαθηματικοί όπως ο Gauss, ο Poincare κ.α. Προσπάθειες να εξηγηθεί η τεράστια χωρητικότητα της μνήμης μας με μορφή ψηφιακής καταχώρησης, βασισμένη στον γενετικό κώδικα, εγκαταλείφθηκαν πολύ νωρίς. Η επιστήμη σήμερα αδυνατεί να απαντήσει, αν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές θα μπορούσαν στο μέλλον να υποκαταστήσουν και να εξισωθούν με τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ειδικοί επιστήμονες αδυνατούν να απαντήσουν, αν θα ερμηνεύσουν την λειτουργία της νόησης κάποτε. Ο νευροεπιστήμονας Wiesel βραβείο Νόμπελ λέει, θα χρειαστούμε ένα αιώνα, ίσως και μια χιλιετία γι’ αυτό. Ο νευροεπιστήμονας Hubel βραβείο Νόμπελ λέει, για το πώς συναρμολογείται η πληροφορία, τα χαρακτηριστικά, η μορφή, το χρώμα, η κίνηση στον εγκέφαλο δεν έχουμε ιδέα.

Ο Ilya Prigogin βραβείο Νόμπελ επισημαίνει εμφαντικά. Ο εγκέφαλος πρέπει να είναι σε μεγάλο βαθμό μη κανονικός… η μη κανονικότητα, το χάος, οδηγεί σε πολύπλοκα συστήματα. Δεν πρόκειται για τέλεια αταξία. Το αντίθετο…το χάος καθιστά δυνατή τη ζωή και τη νοημοσύνη. Ο εγκέφαλος έχει επιλεγεί να γίνει τόσο ασταθής, ώστε η παραμικρή επίδραση να μπορεί να οδηγεί στο σχηματισμό τάξης. Δηλαδή η λειτουργία του εγκεφάλου υπακούει στη χαοτική δυναμική θεωρία.

Η Γλώσσα

Γλώσσα είναι η μετάφραση της σκέψης ως εξωτερικής και αντιληπτής από τις αισθήσεις της εσωτερικής αναπαράστασης. Η σκέψη φαίνεται ασύλληπτη χωρίς την γλώσσα. Όταν ξεκινούμε μια σκέψη, κάνουμε ένα είδος εσωτερικού διαλόγου, η οποία διατυπώνεται με τη χρήση των λέξεων. Οι λέξεις είναι κατά βάση ονόματα, δηλαδή οι διευθύνσεις των εννοιών, ενώ οι προτάσεις παίζουν τον ρόλο περιγραφών δομής, που συσχετίζουν μεταξύ τους έννοιες, για να δημιουργήσουν κάποιο είδος μοντέλου με βάση το συνειρμικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Για να περιγράψουμε μια ορισμένη κατάσταση σε άλλους ανθρώπους, δεν αρκεί να προσάψουμε «ονόματα», δηλαδή λέξεις σε διάφορους κόμβους του δικτύου των συνειρμικών σκέψεων, αλλά και να προσαρμόσουμε το νόημα αυτών σε μια κοινή κατανόηση, αποφεύγοντας τα διφορούμενα νοήματα. Αυτή η τυποποίηση του νοήματος των λέξεων, περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη την ταξινόμηση σε μη διφορούμενες κατηγορίες, δηλαδή λογικές κατηγορίες με σαφή γνωρίσματα.

4. ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Γλώσσα και οντολογία

Οντολογία αποκαλούμε τη θεωρία περί του είναι, δηλαδή πρώτον τι είναι, και δεύτερο τι σημαίνει και τι είναι να είσαι, σε τι συνίσταται, και κατά τον Αριστοτέλη, η επιστήμη η οποία μελετά το ον ως ον καθώς και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του. Ο Heidegger λέει ότι, η οντολογία ασχολείται με το είναι του όντος και ότι αφορά το ον. Για το ποιες θεωρούμε αληθινές οντότητες, ο B. Russell λέει: είναι τα υπαρκτά αντικείμενα, που συνθέτουν την έσχατη διευθέτηση του κόσμου.

Δεν συνδέονται αναγκαστικά όλες οι οντολογικές έρευνες με τη γλώσσα. Μπορούμε να ορίσουμε τι εννοούμε «ον», δίχως να χρειασθεί να καταφύγουμε σε γλωσσικά εργαλεία. Η μελέτη ωστόσο της γλώσσας, μας οδηγεί αναπόφευκτα στην οντολογία. Θα μπορούσαμε, να θεωρήσουμε πως στη δυτική παράδοση, το ζήτημα της οντολογίας βρέθηκε συνδεδεμένο κατά προτεραιότητα με τη γλώσσα από καθαρή συμπτωματικότητα της ιστορίας. Η αντίληψη αυτή κατάγεται από τις γλωσσικές θεωρίες των σοφιστών. Για τον Γοργία και τους συναδέλφους του, ο λόγος προκύπτει από τις εντυπώσεις που κάνουν πάνω μας τα εξωτερικά πράγματα, δηλαδή τα αισθητά. Μια τέτοια αντίληψη μας φέρνει αντιμέτωπους με σοβαρά παράδοξα. Όπως πίστευε ο Αντισθένης (π.445-π.365 -), μαθητής του Γοργία και στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Σωκράτη λέει: δεν μπορώ να ορίσω τι σημαίνει πράγμα: μπορώ μονάχα να καταδείξω ορισμένες ιδιότητες που διαθέτει. Υπάρχουν και χειρότερα, διότι δεν μπορώ να πω για κάτι τι (δεν;) είναι, ούτε καν ότι δεν είναι, όχι μόνο βρίσκομαι εγκλωβισμένος στο παλιό δίλημμα του Παρμενίδη (το ον είναι και το μη ον δεν είναι), αλλά δεν μπορώ καν να διατυπώσω το δεύτερο σκέλος του δίπολου. Τα προβλήματα αυτά, θα οδηγήσουν στη διατύπωση των πλατωνικών θεωριών και γενικότερα της αρχαίας «γλωσσικής φιλοσοφίας». Το δόγμα που θεωρεί την αλήθεια ως συμφωνία αυτού που εκφωνείται με αυτό που είναι, θα ενδυναμώσει τη σύνδεση της γλώσσας με την οντολογία. Η γλώσσα μιλά για το είναι. Λέμε ότι το χιόνι είναι λευκό. Χρησιμοποιούμε την λέξη χιόνι γι’ αυτό που βλέπουμε να πέφτει. Η λευκότητα όμως τι είναι; Προκειμένου να απαντήσουν σε τέτοια ερωτήματα, ο μεν Πλάτων, διετύπωσε την θεωρία των ιδεών, ο δε Αριστοτέλης, τη θεωρία των σύμφυτων στα πράγματα μορφών. Ως προς τη θέση της γλώσσας: η γλώσσα δεν είναι ένα άπαξ μέσα στον κόσμο, αλλά εγγράφεται μέσα σε ένα σύμπαν σημαίνον, του οποίου αποτελεί μονάχα μία ιδιαίτερη περίπτωση. Οι γλώσσες θα πρέπει να περιγραφούν ως αυτοοργανομένα και αυτοεξελισσόμενα συστήματα. Τίθεται πάντα το ερώτημα: τι τύπους όντων σημαίνουν οι γλωσσικές οντότητες;

 

Οι κατηγορίες του Αριστοτέλη και η κατηγορηματική σύλληψη της πρότασης.

Ας πάρουμε την τυπική μορφή μιας πρότασης, έτσι όπως αναπτύχθηκε από τον Πλάτωνα και παγιώθηκε από τον Αριστοτέλη. Έχουμε λοιπόν την κανονική μορφή, Υ(ποκείμενο) είναι Κ(ατηγόρημα). Ας υποθέσουμε πως το καθένα από τα δύο αυτά στοιχεία αντιστοιχεί σε πραγματικότητες. Εάν πρόκειται για τις ίδιες πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι δρυς, τότε περιοριζόμαστε σε ταυτοτικές κρίσεις. Εάν πρόκειται για διαφορετικές πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι ωραίο, τότε η κάθε μια υπάρχει ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την άλλη, πώς να τις συνδέσουμε; Ο Πλάτων επέλυσε αυτό το πρόβλημα, με τη βοήθεια μιας οντολογίας που αντιβαίνει στην διαίσθησή μας: οι πραγματικότητες, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι ιδέες (είδος), οντότητες ολότελα διαφορετικές από τις οντότητες του αισθητού κόσμου, οι οποίες είναι απλώς τα αντίγραφα των ιδεών. Η σύνδεση των ιδεών επιτελείται με την συμμετοχή (μέθεξιν) των πρώτων στις δεύτερες. Η μέθεξις είναι ελάχιστα ξεκάθαρη έννοια και σε πλήθος φιλοσόφων η λύση αυτή φάνηκε ολωσδιόλου εξωπραγματική. Η λύση του Αριστοτέλη (η ισοδυναμία του είναι) εκφράζεται στη θεωρία των κατηγοριών και θα τύχει πλούσιου σχολιασμού κατά τη διάρκεια ολόκληρου του μεσαίωνα και μέχρι τις μέρες μας. Το θεμελιώδες σημείο της συλλογιστικής του Αριστοτέλη είναι, πως αυτό που υπάρχει (το ον) λέγεται με πολλαπλούς τρόπους (πολλαπλώς λέγεται): είτε κατά σύμπτωση (κατά συμβεβηκός) είτε ως αληθές (και το μη-ον ως ψευδές), είτε σύμφωνα με τα σχήματα της κατηγορίας, σύμφωνα δηλαδή με τα σχήματα της κατηγόρησης. Οι κατηγορίες αντιστοιχούν στην ακόλουθη ταξινόμηση.

Την κατά μηδεμίαν συμπλοκή λεγομένων έκαστον ήτοι ουσίαν σημαίνει ή ποσόν ή ποιόν τι ή πού ή ποτέ ή κείσθαι ή έχειν ή ποιείν ή πάσχειν. Έστι δε ουσία μεν ως τύπω ειπείν οίον άνθρωπος· ίππος, ποσόν δε οίον δίπηχυ, τρίπηχυ· ποιόν δε οίον λευκόν γραμματικόν· προς τι δε οίον διπλάσιον, ήμισυ, μείζον· πού δε οίον εν Λυκείω, εν αγορά· ποτέ δε οίον χθές, πέρισυν· κείσθαι δε οίον ανάκειται, κάθηται· έχειν δε οίον δε υποδέδεται, ώπλισται· ποιείν δε οίον τέμνειν, καίειν· πάσχειν δε οίον τέμνεσθαι, καίεσθαι.

Μετάφραση: Οι εκφράσεις που δεν συμμετέχουν σε κανένα συνδιασμό μπορεί να σημαίνουν: την υπόσταση, ή το ποσόν (ποσότητα)· ή το ποιόν (ποιότητα)· ή το ως προς τι (σχέση)· ή το πού (τόπος)· ή το πότε (χρόνος· ή τι θέση στην οποία βρίσκομαι (θέση)· ή την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι (κτήση)· ή το πράττω (ενέργεια)· ή το πάσχω (πάθος). Η υπόσταση, για παράδειγμα, όπως όταν λέμε γενικά «άνθρωπος, ίππος»··«το ποσόν», για παράδειγμα, όπως «δύο πήχεις τρείς πήχεις»· «το ποιόν», για παράδειγμα, όπως «λευκός, μορφωμένος»· «το ως προς τι», για παράδειγμα, όπως «διπλάσιος, μισός μεγαλύτερος»· «το που», για παράδειγμα, όπως «στο Λύκειο, στην αγορά»· «το πότε», για παράδειγμα, όπως «χθες, πέρυσι»· «τη θέση στην οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «ξαπλώνομαι», κάθομαι· «την κατάσταση στη οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «υποδύομαι, είμαι οπλισμένος»· «το πράττω», για παράδειγμα, όπως «κόβω, καίω»· «το πάσχω», για παράδειγμα, όπως «κόβομαι, καίγομαι».

 

 

Η γλωσσική σχετικότητα

Η θέση των Sapir-Whorf. Η γλωσσική σχετικότητα είναι ένα ζήτημα, που τέθηκε από τους φιλοσόφους του 18ου αιώνα ως μελέτη της αμφίδρομης επενέργειας της γλώσσας πάνω στις αντιλήψεις και των αντιλήψεων στη γλώσσα, δηλαδή μια συγκεκριμένη γλώσσα αντανακλά τον πολιτισμό στα πλαίσια του οποίου μιλιέται. Το βαθύτερο πρόβλημα που απασχολεί τη φιλοσοφία είναι το αντίστροφο: περιορίζει μια γλώσσα τις δυνατότητες των αναπαραστάσεων; Μπορούμε να αποδεχθούμε την πρόταση 5.6 του Tractatus του Wittgenstein: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου»; Εάν την αποδεχθούμε, τίθεται το ερώτημα, εάν μπορούμε στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης γλώσσας, να αποκτήσουμε πρόσβαση σε ότι αναπαρίσταται σε μια άλλη γλώσσα.

 

Η σχετικότητα της οντολογίας και το ζήτημα της καθολικής γλώσσας

Τέθηκε συμμετρικά το ζήτημα της ισοδυναμίας μεταξύ γλωσσών διαφορετικών πολιτισμών και της κατασκευής ενός εργαλείου, που θα υπερβαίνει αυτές τις διαφορές, με άλλα λόγια της κατασκευής μιας καθολικής γλώσσας. Θα έπρεπε στα πολύγλωσσα κάθε σειρά λέξεων να αντιστοιχεί με ένα αριθμό. Η σύγχρονη λογική απέδειξε τη χρησιμότητά της. Ο φορμαλισμός όμως είναι παγκόσμια γλώσσα; Το σημείο ωστόσο που αξίζει να συζητήσουμε βρίσκεται αλλού και αφορά την οντολογία. Ο Russell δεν δίστασε να γράψει, πως «υπάρχει στον κόσμο κάτι που αντιστοιχεί στη διάκριση των μερών του λόγου, έτσι όπως αυτή εμφανίζεται σε μια λογική γλώσσα». Έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε, πως οποιαδήποτε καθολική γλώσσα είναι αδύνατη. Αν το καλοσκεφτούμε, είναι αντιφατική η ιδέα, πως μπορούμε να αποδείξουμε με απόλυτο τρόπο, πως μια καθολική γλώσσα είναι αδύνατη, γιατί η απόδειξη θα προϋπέθετε την ύπαρξη αυτής της γλώσσας. Κάθε εξήγηση της γλωσσικής σχετικότητας, θα ήταν κατά βάθος μια προσπάθεια υπέρβασης της σχετικότητας· κανείς δεν μας απαγορεύει να προσπαθήσουμε. Η ποικιλότητα των γλωσσών δεν μπορεί να ελαττωθεί και το γεγονός αυτό συνιστά αναμφίβολα το πιο αινιγματικό δεδομένο, για το οποίο αντιπαρατίθενται σήμερα η φιλοσοφία της γλώσσας και η δυτική μεταφυσική. Και ακόμη να δημιουργούταν μια καθολική γλώσσα, αυτή μετά πάροδο ετών θα διαφοροποιούταν, από τους ίδιους λόγους για τους οποίους και σήμερα υπάρχει αυτό το πλήθος των γλωσσών.

Heidegger: «D…Πριν από λίγο καιρό, αποκάλεσα (πολύ αδέξια) τη γλώσσα ΄΄σπίτι του είναι΄΄. Εάν ο άνθρωπος, δια του λόγου της γλώσσας του, κατοικεί στο αίτημα που του απευθύνει το είναι, τότε εμείς οι Ευρωπαίοι κατοικούμε, πρέπει να το παραδεχτούμε, σε ένα ολότελα διαφορετικό σπίτι από τον άνθρωπο της Άπω Ανατολής. J…Ας θεωρήσουμε ως δεδομένο πως οι γλώσσες, εδώ και εκεί, δεν είναι απλώς διαφορετικές, αλλά εκ βαθέων ξετυλίγονται με άλλο τρόπο, D… Έτσι η συζήτηση από σπίτι σε σπίτι παραμένει σχεδόν αδύνατη»

 

 

Σκέψη και γλώσσα

Σκέψη είναι ένας τύπος δραστηριότητας, που προσιδιάζει σε τέτοιο βαθμό στα ανθρώπινα υποκείμενα, ώστε είναι δυνατό να την καταστήσουμε διακριτικό χαρακτηριστικό τους σε σχέση με τα άλλα ζώα. Δεν θα ήταν άτοπο λοιπόν να αναρωτηθούμε εάν μπορούμε να σκεφτούμε δίχως γλώσσα, ή να υποστηρίξουμε, πως δίχως σκέψη δεν υπάρχει γλώσσα. Δύο θέσεις ακραίες, θέτουν τα όρια στις δυνατές απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα: α) η πραγματική σκέψη είναι μη γλωσσική και κάθε γλωσσική έκφραση συνιστά εκφυλισμό της σκέψης (πνευματισμός του Bergson)· β) η σκέψη είναι μόνο γλώσσα (νομιναλισμός

 

Η ψηφιοποίηση του νου

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα πράγματα συντίθενται από ύλη και μορφή, η αντίληψη είναι η από κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού: με άλλα λόγια, αντιλαμβάνομαι, σημαίνει, διαμορφώνω στο νου μου μια εικόνα παρόμοια με την εικόνα των πραγμάτων, γνωρίζω επίσης, σημαίνει, πως κάποιο από τα πράγματα υπάρχει στο νου μου. Ο νεοπλατωνισμός, όπως και ο πλατωνισμός, χωρίς περισσότερη εκλέπτυνση, θέτει το ζήτημα της σχέσης της ιδέας προς την ιδέα από την οποία προκύπτει και ενδεχομένως, προς το πράγμα από το οποίο προκύπτει. Ο Descartes παραδεχόμενος το δυϊσμό της ψυχής και του σώματος, θεωρεί πως ο νους και η ύλη δεν είναι της ιδίας οντολογικής φύσης. Η αναπαράσταση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι πια της ίδιας με αυτό που αναπαριστά. Η αντίληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον, ως η από κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού. Η καρτεσιανή αντίληψη περί ανθρώπινου νου συνιστά βαθιά ρήξη και με την σύγχρονη ορολογία, χαρακτηρίζοντάς την επανάσταση των ιδεών θα λέγαμε, πως έπειτα από αυτή, ο νους σταματά να λειτουργεί με αναλογικό τρόπο, η αναπαράσταση καθίσταται αποκλειστικά ψηφιακή, αντιστοιχεί σε μια κωδικοποίηση. Με μαθηματική ακρίβεια, οι νέες συνθήκες θα καταστήσουν και τη σκέψη σημείο της ιδίας φύσης με το γλωσσικό ήχο, σημείο δηλαδή αυθαίρετο.

 

Το ζήτημα της προθετικότητας

Κατά τον Searle Η υπόσχεση είναι μια γλωσσική πράξη που οι υπολογιστές δεν θα κατορθώσουν ποτέ να επιτελέσουν. Το πρόβλημα αυτό επονομάζεται προθετικότητα και αφορά την ιδιότητα της συνείδησης που θα μπορούσε να συνοψιστεί στο γεγονός ότι, κάθε συνείδηση είναι συνείδηση κάποιου πράγματος. Και για να ορίσουμε τι σημαίνει συνείδηση, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η προθετικότητα προστίθεται στην ικανότητα αναστοχασμού (reflexivite) (κάθε συνείδηση είναι συνείδηση του εαυτού της, την ίδια στιγμή που είναι συνείδηση και κάποιου άλλου πράγματος) και στην υποκειμενικότητα και/ή στην εσωτερικότητα (interiorite) ( η οπτική γωνία κάθε συνείδησης προς τον έξω κόσμο είναι μοναδική και μόνο αυτή μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτήν την οπτική γωνία). Δηλαδή αυτό που λείπει από το γραπτό κείμενο κατά τον Πλάτωνα για να είναι προφορικός λόγος όπως και από τον υπολογιστή είναι η συνείδηση. Η ανθρώπινη σκέψη είναι συνείδηση. O Turing το 1930 ήταν ο πρώτος που περιέγραψε ένα φανταστικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, χωρίς σφάλματα, με απεριόριστη μνήμη ικανή να εκτελέσει οποιοδήποτε αλγόριθμο για την επίλυση μαθηματικών προβλημάτων. Δεν αντικαθιστά όμως πλήρως την λειτουργία του εγκεφάλου, την συνείδηση. Ο Gödel το 1931 απέδειξε ότι, δεν υπάρχει στην αριθμοθεωρία πεπερασμένο σύστημα αξιωμάτων που να αποδεικνύει όλες τις ιδιότητες των φυσικών αριθμών. Το αποτέλεσμα του Gödel μας λέει: ό,τι είναι αληθινό (ορθό), δεν είναι κατ΄ ανάγκη και αποδείξιμο.

 

Συνείδηση και προθετικότητα: η θέση του Husserl

Το γεγονός πως η γλώσσα σηματοδοτεί, συνεπάγεται πως υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των γλωσσικών σημείων, των νοητικών αναπαραστάσεων και του εξωτερικού κόσμου. Οι εγγενείς στη συνείδηση οντότητες ανήκουν σε ένα πολύ ιδιαίτερο είδος: είναι ιδέες, έννοιες, νοητικές πράξεις, (απόφανση, άρνηση, σημασιοδότηση κ.λπ.). Στη συνείδηση δεν υπάρχουν πράγματα, όπως τα αντικείμενα του κόσμου ή οι συλλογές (ή οι τάξεις) αυτών των αντικειμένων. Το πρόβλημα είναι να συνδεθούν αυτοί οι δύο τύποι οντοτήτων, γιατί η γλώσσα μιλά για τον κόσμο. Η θέση του Husserl (την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε θέση της προθετικότητας με τη κυριολεκτική σημασία του όρου), είναι, πως η σύνδεση επιτελείται αποκλειστικά από την συνείδηση (μεταξύ σκέψης και γλώσσας).

Μια ιδέα είναι προθετικό περιεχόμενο έλεγε ο Descartes· κατ’ αυτή την έννοια   , διαθέτει αυτό που οι Κύριοι του Port-Royal ονομάζουν σύλληψη(comprehension) (με άλλα λόγια, έναν ορισμό με την βοήθεια άλλων ιδεών· για παράδειγμα, η σύλληψη της ιδέας του ανθρώπου είναι «έλλογο ον»). Συνδέεται, ωστόσο, και με κάτι ολότελα διαφορετικό: διαθέτει έκταση( για παράδειγμα την τάξη των ανθρώπων) και την ένταση-σύλληψη. Ο νόμος του Port Royal. Λέει ότι υπάρχει αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ του βάθους των εννοιών-ιδεών(ιδιότητες μιας έννοιας –πράγματος πέτρα χρώμα, σκληρότητα κρυσταλλικότητα σχήμα) και της έκτασής τους (η συχνότητα εύρεσης μιας πέτρας με τις συγκεκριμένες ιδιότητες είναι μικρότερη μιας άλλης με λιγότερες ιδιότητες-βάθος).

Λογική και ορθολογισμός

Η ορθή σκέψη δεν προκύπτει πάντα με εφαρμογή κάποιων νόμων της λογικής. Η λογική είναι μόνον μια απλή περίπτωση της νοητικής ικανότητας του εγκεφάλου. Δεν είναι οι μέθοδοι λύσης των προβλημάτων αποκλειστικά αναλογικής-τυπικής λογικής. Υπάρχουν αληθείς σκέψεις που δεν προκύπτουν με εφαρμογή κάποιων νόμων της λογικής.  Αυτές θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε ορθολογισμό-ορθό λόγο. Η ορθολογική απόφαση δεν υπόκειται πάντοτε σε κανόνες λογικής αλλά είναι σύνθετος συνάρτηση παραμέτρων και εν είδη συναισθήματος-διαίσθησης-έμπνευσης οδηγεί σε δεδομένο ορθό-αληθές αποτέλεσμα. Αυτό επιτυγχάνεται αφού καταχωρηθούν στον εγκέφαλο όλα τα απαραίτητα στοιχεία και κορεσθεί με το αναγκαίο πλήθος στοιχείων που απαιτούνται για να εξάγει ορθό αποτέλεσμα. Όπως η θεά Αθηνά που αναπηδά από την κεφαλή του πατέρα της θεού Δία.

Τι οντολογικές προεκτάσεις στον νου έχουν τα αξιώματα και τα αποτελέσματα του Gödel, δηλαδή, ότι είναι αληθινό (ορθό) δεν είναι κατ΄ ανάγκη και αποδείξιμο; Μήπως είναι αποτέλεσμα άγνωστης ακόμη μαθηματικής λογικής που εξηγεί την αλήθεια των αξιωμάτων π.χ. σαν κόμβους χαοτικών συναρτήσεων ή άλλα χαρακτηριστικά της χαοτικής θεωρίας, που αντιστοιχούν στη χαοτική συμπεριφορά του εγκεφάλου, γεγονός το οποίο και ο Ilya Prigogin βραβείο Νόμπελ πιστοποιεί εμφαντικά όπως αναφέραμε.

Η κβαντομηχανική σήμερα, φαίνεται να επιβεβαιώνει την θεωρεία του Παρμενίδη περί του εννιαίου του Κόσμου, τις θέσεις του Πλάτωνα, του Καντ, τον δυϊσμό του Καρτέσιου, συνειγορεί στην θεωρία του Αριστοτέλη των σύμφυτων στα πράγματα μορφών και τις συνδυάζει όλες σε ένα εννιαίο σύνολο αλληλοεξαρτημένων ύλης και ψυχής κατ’ αναλογία της ύλης και των κβαντικών στοιβάδων της. Μέσα στον Τίμαιο του Πλάτωνα περιγράφονται εναργέστατα οι βασικές θέσεις της χαοτικής δυναμικής θεωρίας «Περί προόδου των όντων και της επιστροφής στην αρχή ως και της αυτοομοιότητας του κόσμου όλου»

7. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Έρευνες παλαιότερα στη δεκαετία του 1970 και σύγχρονοι, επί των λεξαρίθμων της Ελληνικής γλώσσας και λεξαριθμητικών συσχετισμών επί των λέξεων και των προτάσεων με τα άρθρα και χωρίς τα άρθρα σε πάνω από 10.000 λέξεις, αποδεικνύουν στατιστικώς και δια καμπυλών συχνότητος ότι, η Ελληνική γλώσσα από όλες τις άλλες γλώσσες, δεν είναι φυσική γλώσσα και σανσκριτικής προελεύσεως, αλλά τεχνητή και εδημιουργήθη με επιστημονικό και μαθηματικό τρόπο. Η Ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται ως ένα είδος μαθηματικού κώδικος, ο οποίος καταλλήλως ερμηνευόμενος, μας παρέχει πληροφορίας φιλοσοφικής, επιστημονικής ή τεχνητής φύσεως της προϊστορίας. Ο Πρωταγόρας ο αρχηγέτης της σοφιστικής εδέχετο την Ελληνική γλώσσα «Θέσει και Νόμω και ουχί φύσει», δηλαδή ως κάτι δημιουργηθέν υπό της ανθρωπίνης διανοίας και κατά σύμβασιν και ουχί εκ φύσεως.

Ο Schrödinger βραβείο Νόμπελ λέει, ότι η επιστήμη μας, η Ελληνική επιστήμη, βασίζεται στην αντικειμενοποίηση με την οποία έχει αποκοπεί από μια επαρκή κατανόηση του θέματος της γνώσης και του νου. Στο ερώτημα, ποιοι είμαστε, από πού προήλθαμε και που πηγαίνουμε, τρεις είναι αυτοί που προβάλουν στη προσπάθεια μιας απάντησης. Ο Πλάτων, ο Καντ και ο Αϊνστάιν(Η θεωρία της σχετικότητας με τη βοήθεια των Lorentz και Καραθεοδωρή).

Η γλώσσα, με την λογική, τον ορθολογισμό, την εννοιολογία και την νόηση, οδηγεί τον άνθρωπο στην τάξη, την συμμετρία, την υπερσυμμετρία, την αρμονία και δι’ αυτών, στην εννοιολογική και φιλοσοφική του συγκρότηση. Μόνον έτσι τελικά φθάνει στη θεοπνευστία. Η γλώσσα δημιουργεί οντότητες άυλες, εν είδη πεδίου, ή διαμορφώνει μια άγνωστη άυλη οντότητα. Υπάρχει μια αντιστοιχία μεταξύ της δομής της γλώσσας, των εννοιών, των νοημάτων και του πνεύματος. Η δομή της γλώσσας και της σκέψης, αντανακλά την δομή του πνεύματος που περιέχει τα όντα της γλώσσας. Η γλώσσα είναι το εργαλείο για πνευματική ανέλιξη.

Η Ελληνική γλώσσα αριθμεί 7.000.000 κύριες λέξεις και μαζί με τις σύνθετες ανέρχονται σε 70.000.000 περίπου λέξεις. Η υπεροχή της Ελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων γλωσσών, αποδεικνύεται από την δόμησή της, την τάξη της, την συμμετρία της, την λεπτομέρεια, την σαφήνεια, την ακρίβεια, τον λεκτικό της πλούτο, τα συνώνυμα, τα παράγωγα, το συντακτικό και τη γραμματική της. Από την γραμματική, το συντακτικό, την δομή, τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι παράγωγες λέξεις, τα συνώνυμα, οι ρίζες και οι καταλήξεις, αποδεικνύουν ότι η Ελληνική γλώσσα έχει δομή γλώσσας αντικειμενοστραφούς προγραμματισμού, του πλέον εξελιγμένου είδους γλώσσας προγραμματισμού σήμερα, της οποίας τόσον η δομή του κώδικα, όσον και του μεταγλωττιστή της (compiler) ομοιάζει με την δομή της Ελληνικής γλώσσας π.χ. (Delphi, C++). Η δομή της ανθρώπινης σκέψης έχει την δομή της Ελληνικής γλώσσας. Αυτήν την δομή έλαβαν ως πρότυπο για την ανάπτυξη των αντικειμενοστραφών γλωσσών προγραμματισμού. Ακόμη η αξία της επιβεβαιώνεται από την λεξαριθμητική ανάλυση και την προβλεπόμενη χρήση της στους Η/Υ της επερχόμενης γενιάς λόγω της εξελιγμένης δομής που αναφέραμε ανωτέρω. Τα λεκτικά της νοήματα, από τα λογοπαίγνια, μέχρι και τα υψίστης αξίας νοητικά επιτεύγματα, αντανακλούν οντολογικά δημιουργήματα, νοητικούς Παρθενώνες, μέσα στον νουν, στο πνεύμα, στην ψυχή, στο αιθερικό σώμα και στο ψυχικό άτομο.

Η Ελληνική σκέψη ταυτίζεται με την λογική, τον ορθό λόγο, την σαφήνεια, την ακρίβεια, την λεπτομερειακή ανάλυση, τον φιλοσοφικό και επιστημονικό λόγο και που μόνον δι’ αυτών οδηγεί στην θεοπνευστία. Στην ανωτάτη βαθμίδα ευρίσκονται τα αξιώματα της επιστήμης, η επιστήμη, από κάτω η διάνοια, παρακάτω η πίστη, ακόμη παρακάτω η εικασία(οι δοξασίες και τα δόγματα εννοείται τα φιλοσοφικά) και στον πυθμένα ακόμη παρακάτω τα αυθαίρετα θεολογικά δόγματα του ιουδαιοχριστιανισμού μαζύ με όλα τα σχετικά της πλήρους στατιστιστικής αταξίας και ασυναρτησίας. Κάτω από αυτήν την εννοιολογική στατιστική αταξία δεν υπάρχει τίποτα άλλο όπως μας το βεβαιώνει ο Πλάτων στην Πολιτεία του. Κατά τον Πλάτωνα η ανθρωπίνη γνώσις αρχίζει με την εικασία, εξ’ αυτής ανυψώνεται εις την πίστιν, εξ’ αυτής εις την διάνοιαν και εξ’ αυτής εις την  επιστήμη, η οποία είναι η ασφαλής και αναμφίβολος γνώσις. Ο λόγος της Ελληνικής σκέψης διαυγής και αλάθητος.

Δεν έχει σχέση με τον μεταφορικό, σκοταδιστικό, δεισιδαιμονικό, διφορούμενο, γενικόλογο λόγο και τα αυθαίρετα πλήρους στατιστικής αταξίας δόγματα του ιουδαιοχριστιανισμού, τα οποία βάζουν φραγμούς νοητικούς και αντιτίθενται στην διεύρυνση της νόησης. Οπου οι ασυναρτησίες και τα λογικά συμπεράσματα αποκαλούνται θεοπνευστία και που ούτε βοηθούν στην πνευματική συγκρότηση, την συμμετρία, την τάξη και την αρμονία της σκέψης των αδαών και αφιλοσόφητων ανθρώπων. Ποιες είναι οι οντολογικές προεκτάσεις, όταν ένα επίθετο γίνεται ουσιαστικό, δηλαδή όταν το επίθετο θεός γίνεται κύριο όνομα, ή όταν τα δόγματα παίρνουν τη θέση αξιωμάτων; Αυτή η ψευδής ταυτότητα είναι ένας εννοιολογικός ιός, όπως οι παθολογικοί ιοί και οι ιοί των Η/Υ, ο οποίος κατατρώγει την υγειά σκέψη και την μετατρέπει σε ένα εννοιολογικό καρκίνωμα.


Οι διαφορές του Όντως Όντος των Ελλήνων Φιλοσόφων και του χριστιανικού Θεού

Βασιλείου Μ. Διαμαντάκη Χημ. Μηχ. Ε.Μ.Π.

Από την διάλεξη στις 25/5/2007 στο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΑΘΗΝΑΙΟ ‘’ΕΚΑΤΗΒΟΛΟΣ’’

 

Αγαπητοί Συνέλληνες

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όταν θέλουμε να αναπτύξουμε φιλοσοφικά ή επιστημονικά θέματα και να εξάγουμε ορθά συμπεράσματα, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε γλώσσα ικανή για τα θέματα αυτά όπως είναι η Ελληνική, ίδια επιστημονική ορολογία και ίδια εννοιολόγια λέξεων με σαφείς ορισμούς των εννοιών των λέξεων, ακρίβεια και σαφήνεια στην διατύπωση των νοημάτων μας. Με αξιώματα για αρχές αποδεχόμενοι το ορθό συμπέρασμα, είτε είναι ένα σαφές, είτε είναι εν γνώσει μας ένα ασαφές πολλαπλό συμπέρασμα. Δεν μας αγγίζει ο διφορούμενος, ο μεταφορικός και ο αυθαίρετος δογματικός λόγος, ο οποίος θέλει να καλύψει κενά, λάθη, υστερόβουλες ή κακόβουλες προθέσεις.

 

Ο Παρμενίδης μας, ο πατέρας της λογικής και του ορθού λόγου λέει ότι, η εικόνα του κόσμου που μας δίδουν οι αισθήσεις, δεν είναι η πραγματική, αλλά φαινομενική και μεταβαλλόμενη. Ο κόσμος αποτελεί μια ψευδαίσθηση. Η θρησκεία ανήκει στον φαινομενικό κόσμο της δοξασίας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα αλλά ένα, και αυτό είναι το Εν, το Όντως Ον, το καθ’ αυτό Ον. Το μη Ον δεν υπάρχει.

Ο Παρμενίδης με την μεγαλειώδη ρήση του «Το γαρ αυτό νοείν έστι τε και είναι», δηλαδή αυτό που νοούμε υπάρχει και είναι το ίδιο, δίνει το στίγμα της βαθύτερης πραγματικότητας του κόσμου με τόση σαφήνεια, όσο ουδείς άλλος μέχρι σήμερα διατύπωσε. Δεν απορρίπτει τον υλικό κόσμο των αισθήσεων, λέει, αξίζει να τον μελετήσουμε και αποδεικνύει ότι υπάρχει κάτι το αμετάβλητο στον κόσμο ονοματίζοντας το Εν, προϊόν νόησης, η γνήσια πραγματικότητα μέσα στην σκέψη του, στο υποκείμενο της γνώσης του.

 

Πλάτων

Η πλατωνική οντολογία

Ο Πλάτων θέτει ως απορρητικόν ερώτημα αυτήν ταύτην την «ουσίαν». Δεν περιορίζεται να ερευνήσει μαζί με τον Σωκράτη τι είναι τούτο ή εκείνο το Ον. Θέλει να μάθει τι είναι τέλος πάντων αυτό το οποίο εννοούμε όταν λέγομε Ον. Θέτει συγκεκριμένως την οντολογική απορίαν. Τι είναι ουσία. Με την λέξιν ουσίαν δια πρώτην φοράν ο Πλάτων θέλει να εκδηλώσει ότι υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί μέσα στο σύμπαν γενικώς την σταθεράν βάσιν. Κάτι το οποίον συντηρεί και δίδει ύπαρξιν εις όλα τα όντα. Διατυπώνει την οντολογικήν πραγματοκρατίαν (ρεαλισμόν). Εις τον Σοφιστή 248Ε γράφει. (τι δε μα τον Δία; Θα πεισθώμεν ευκόλως ότι πραγματικώς εις το ολοκληροτικώς υπάρχων Ον δεν υπάρχει κίνησις και ζωή και ψυχή και φρόνησις, και ότι αυτό ούτε ζωήν ούτε φρόνησιν έχει, αλλά με σεμνότητα και αγιότητα, χωρίς να έχει νουν και κίνησιν θα διατελεί εις αιωνίαν ηρεμίαν; Μίαν τοιαύτην αποστέρησιν ζωής και φρονήσεως από το Ον ο Πλάτων δεν την δέχεται. Κατ’ αυτόν το «παντελώς Ον» δηλαδή η καθαυτό γνησία και πρωταρχική ουσία, έχει και ζωήν και κίνησιν και νόησιν. Σε αντίθεση είναι το «μηδαμή ον» το εις απόλυτον σημασία νοούμενο μηδέν. Μεταξύ αυτών τοποθετεί το σχετικό μηδέν δηλαδή την ετερότητα. Το Ον ταυτίζεται κατά τον Πλάτωνα με το θείον, ο δε φιλόσοφος έχει εστραμμένα τα μάτια της ψυχής του εις το όραμα του θείου Όντος το οποίο εμφανίζεται και αντικρίζεται δια λογισμών και όχι δια αισθήσεων και που ο Πλάτων ονομάζει «ιδέαν». Οι ιδέες είναι οι απόψεις δια των οποίων εμφανίζεται και γίνεται αντιληπτό το Ον, είναι τα πρότυπα με βάση τα οποία έχουν φτιαχτεί τα αισθητά, που αποτελούν ομοιώματα των Ιδεών. Κατά τον Πλάτωνα η ενόρασις του Όντος είναι δυνατή δια «λογισμών». Η χρήσιμοποίηση των λογισμών αποτελεί την «διαλεκτικήν» μέθοδον. (Φαίνεται ότι το πεδίο διαλογισμού του Πλάτωνος είναι μια βαθμίδα παρακάτω από αυτό του Παρμενίδη και κάτω από το πεδίο του Πλάτωνος είναι το πεδίο διαλογισμού των Ιώνων φιλοσόφων).

Στο έργο του Πλάτωνα «Παρμενίδης» η κριτική του Παρμενίδη προσπαθεί να καταδείξει πως, αν απορρίψει το ενιαίο και παραδεχθεί κάποιος την ύπαρξη δύο χωριστών πραγματικοτήτων, της νοητής και της αισθητής, αναγκαία συνέπεια της παραδοχής του είναι η αντίληψη πως ο ένας κόσμος δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτα για τον άλλο. Ούτε ο θεός, ευρισκόμενος στην πραγματικότητα των ιδεών, θα γνώριζε τίποτα για τον ανθρώπινο κόσμο υποστηρίζει.

 

Αριστοτέλης

Αριστοτελική οντολογία

Οι σχετικές του έρευνες τον είχαν φθάσει στο συμπέρασμα ότι ουσία είναι εκείνο το οποίον αποτελεί τον αχώριστον οντολογικό πυρήνα οιουδήποτε όντος. Ο Πλάτων εδέχετο ότι οι ιδέες αποτελούν την ουσίαν των όντων, εδίδασκεν όμως ότι τα όντα δεν «κατέχουν» κατ’ άμεσον τρόπον μέσα εις τον εαυτόν τους τις ιδέες, αλλά απλώς «μετέχουν» εις αυτές. Εχώριζε κατά κάποιον τρόπον τις ιδέες από τα αισθητά, δεχόμενος συνάμα ότι τα αισθητά όντα έχουν κατασκευασθεί με πρότυπα τις ιδέες. Κατά της θεωρίας του «χωρισμού» εστράφει ο Αριστοτέλης. Εάν είπε χωρίσωμεν την ιδέαν από το αισθητόν, επειδή αυτή αποτελεί τον οντολογικόν πυρήνα του αισθητού, τούτο θα μείνει χωρίς ουσιαστικόν οντολογικόν περιεχόμενον και ολόκληρος η αντικειμενική πραγματικότης θα χάσει την οντολογικήν της υπόστασιν. Δια τούτο εσκέφθη ο Σταγιρίτης, πρέπει να καταβιβάσωμεν την ιδέαν εις τον αισθητόν κόσμον και να την θεωρήσωμεν υφισταμένην μέσα εις τον αισθητόν. Κάθε αισθητό αντικείμενον υφίσταται επειδή έχει μέσα του ένα οντολογικόν πυρήνα. Αυτόν τον οντολογικόν πυρήνα, ο οποίος δίδει εις το αισθητό Ον οντολογικήν αξίαν και ύπαρξιν, τον ονομάζει χρησιμοποιών τον πλατωνικόν όρον «είδος-ιδέα». Διακρίνει τις παρακάτω οντολογικές κατηγορίες 1. δυνάμει ον, την ύλη. 2. ενεργεία ον. 3. ον των κατηγοριών. 4. ον ως αληθές και μη ον ως ψεύδος. 5. έξω ον και χωριστό. 6. ον κατά συμβεβηκώς

Όπως λέγεται περί του Σωκράτους ότι κατεβίβασε την φιλοσοφίαν από τον ουρανόν εις την γην, κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να λεχθεί ότι και ο Αριστοτέλης κατεβίβασε την ιδέαν από τον υπερουράνιον τόπον εις την αισθητήν πραγματικότητα. Ουδεμία ιδέα δύναται να έχει οντολογικήν υπόστασιν. Εθεώρησε ως οντολογικάς αρχάς αποτελούσας την ουσίαν των όντων τα είδη και διέκρυνε αυτά εις ένυλα και εις καθαρά (απηλλαγμένα ύλης) την υψίστην θέσιν μεταξύ των ειδών κατέχει ο θεός θεωρούμενος ως κατά πάντα απηλλαγμένος πάσης υλικότητος είδος. Κατώτερον βαθμόν καθαρότητος έχουν οι νόες μετά οι ανθρώπινες ψυχές και τα ένυλα είδη.

 

Ο Ελληνικός Ορθός Λόγος και τΑ ΧριστιανικΑ Δόγματα

Βασιλείου Μ. Διαμαντάκη Χημ. Μηχ. Ε.Μ.Π.

Από την διάλεξη στις 5/4/2008 στο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΑΘΗΝΑΙΟ «ΕΚΑΤΗΒΟΛΟΣ»

 

 

 

2. ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ

Θα περιγράψουμε ορισμένες έννοιες σχετικές με το θέμα τις οποίες θεωρούμε σημαντικές.

Αρχή: Το πρώτον υπάρχον, γινόμενον ή κινούμενον και χρησιμεύoν ως αφετηρία, χρονική, τοπική, αιτιακή, λογική ή ως κανών και πρότυπον: Πρώτη αιτία και πηγή.

Αξίωμα: Πρότασις απλούστατη, αμέσως και εξ αυτής εναργής, μη χρήζουσα αποδείξεως, λαμβανομένη δε ως βάσις της αποδείξεως άλλων προτάσεων. Τα αξιώματα είναι κρίσεις γενικόταται, αναγνωριζόμεναι υπό πάντων ως αληθείς π.χ.: Το μέρος είναι ολιγότερον του όλου. Από το μηδέν δεν παράγεται τίποτε, Από έν σημείο εκτός ευθείας μία παράλληλος φέρεται κλπ. (Η αλήθεια τους πηγάζει εξ’ ορισμού και είναι εύκολα ελέγξιμη). Τα αξιώματα αποτελούν τη βάση των μαθηματικών και πάσης φυσικής επιστήμης.

Λογική: Επιστήμη, η οποία εξετάζει τους όρους και τα είδη της ορθής νοήσεως και καθορίζει τους νόμους ή τας αρχάς και τους κανόνας, κατά τους οποίους πρέπει να σκέπτεται κάποιος εις την αναζήτησιν της αληθείας. Είναι δημιούργημα των αρχαίων Ελλήνων. Οι Στωικοί,  Ζήνων ο Ελεάτης, Παρμενίδης( ο εφευρέτης της λογικής) Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης. Είναι ερμηνευτική επιστήμη, διότι αναζητεί τους όρους της ορθής νοήσεως, και κανονική, διότι καθορίζει κανόνας, κατά τους οποίους έκαστος οφείλει να νοεί προς επιτυχή εύρεση της αληθείας. Έχει λογικούς νόμους ή αρχές ή αξιώματα.

Επί των αξιωμάτων δε της Λογικής στηρίζονται όλων των επιστημών τα οικοδομήματα. Είναι τα θεμελιώδη αυτά αξιώματα της λογικής τέσσερα: οι νόμοι: α) της ταυτότητος. Αν Α=Β όπου Α = α+β+γ, και όπου α, β, γ, τα γνωρίσματα του Α τότε α+β+γ =Β. β) της αντιφάσεως, Αν Α δεν είναι όχι Α, τότε Α δεν είναι όχι (α+β+γ) και όπου α, β, γ, τα γνωρίσματα του Α. γ) της του τρίτου αποκλίσεως, Αν Γ=Α+Β, τότε Α ή είναι Α ή δεν είναι Β όπου Α και Β έννοιες αντιφατικές, Εξ ού και το ότι δύο αρνήσεις ισοδυναμούν με μία κατάφαση  και δ) του αποχρώντος λόγου, σχέση αιτιακή, αποδεικτική με λογικό ειρμό, κατά την οποίαν ουδεμία έννοια έχει κύρος, αν δεν έχει λόγον που να πείθει περί της αληθείας αυτής, αποχρώντα λόγον. Εις την φύσιν υπάρχει ειρμός και εξάρτησις των όντων και γινομένων, κάθε δε προηγούμενον εις την σειράν είναι η αιτία και το  επόμενον είναι το αποτέλεσμα, το αιτιατόν εκείνου, ισχυούσης της αρχής, ότι «ουδέν γίνεται άνευ αιτίας», η δε εις την φύσιν αιτία καλείται ουσιώδης ή πραγματικός λόγος. Ομοία συνάρτηση υπάρχει και εις την νόησιν, η οποία αποτελεί σειράν, κατά την  οποίαν πάσα κρίσις στηρίζεται επί της προηγουμένης η οποία καλείται λόγος και γνωστικός λόγος, δηλαδή η λογική αιτία και σύνδεση με  την επομένη κρίση, οι τελευταίοι δε λόγοι τα άκρα οι αρχές η αφετηρία των λογικών συνειρμών είναι τα αξιώματα. Ονομάζονται αρχαί υπό του Αριστοτέλους.

Ορθολογισμός-Ορθός λόγος: Ορθολογισμός είναι φιλοσοφικός όρος, δια του οποίου μεταφράζεται ο Λατινικός όρος RATIONALISMUS, παραγόμενος από την λέξη RATIO, που είναι ταυτόσημος με την ελληνική λέξη λόγος. ΕΙς τον ορθολογισμό κατατάσσονται όλα τα φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία αναγνωρίζουν την υπεροχή της λογικής έναντι των αισθήσεων.

  1. Από γνωσιολογικής απόψεως ο ορθολογισμός είναι η διδασκαλία, ότι υπάρχουν γνώσεις, οι οποίες δεν προέρχονται από την εμπειρία δια των αισθήσεων, αλλά πηγάζουν από την λογική σκέψη εκ των προτέρων, ανεξαρτήτως κάθε εμπειρίας.
  2. Από μεταφυσικής απόψεως, ο ορθολογισμός είναι η αντίληψη που δέχεται ότι κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο παράγεται από αιτία, δυναμένη να κατανοηθεί από την λογική σκέψη. Ο κατά τον τρόπον αυτόν νοούμενος ορθολογισμός ταυτίζει το πραγματικό προς το λογικό και έχει εύρει συνήγορόν του τον Γερμανό φιλόσοφο HEGEL.
  3. Από θεολογικής απόψεως, ο ορθολογισμός ταυτίζεται με την απόρριψη κάθε θεολογικού δόγματος, το οποίο δεν συμβιβάζεται με την λογική σκέψη.

Οι πρώτες αρχές του ορθολογισμού ανευρίσκονται εις τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Παρμενίδης εις το «Περί φύσεως» φιλοσοφικό του ποίημα λέγει ότι δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στις αισθήσεις αλλά να κρίνομε τα προβλήματα δια του λόγου. Ομοίως και ο Ηράκλειτος εξαίρει την αξιοπιστία του λόγου και χαρακτηρίζει τις αισθήσεις ως αναξιόπιστες «κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα ανθρώπων, οι οποίοι έχουν βαρβάρους ψυχάς» δηλαδή ψυχές στερούμενες λόγου, είναι αναξιόπιστοι μάρτυρες. Οι Πυθαγόρειοι επίσης εξαίρουν την δύναμη και αξιοπιστία του λόγου, και την αντίληψή τους αυτή συμμερίζεται ο Πλάτων και οι Στωϊκοί.

Επιστήμη: Λέγοντες επιστήμην, εννοούμεν συνήθως από αντικειμενικής απόψεως την συστηματικήν ενότητα γνώσεων, αι οποίαι αναφέρονται εις ένα είδος αντικειμένων, φαινομένων ή γεγονότων. Κατά τον Πλάτωνα η ανθρωπίνη γνώσις αρχίζει με την εικασία, εξ’ αυτής ανυψώνεται εις την πίστιν, εξ’ αυτής εις την διάνοιαν και εξ’ αυτής εις την επιστήμη, η οποία είναι η ασφαλής και αναμφίβολος γνώσις. Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει ως επιστήμη την γνώσιν η οποία δεν παρέχει απλώς μόνον τα γεγονότα, το «ότι», αλλά και την αιτιολογίαν αυτών, το «διατί». Οι Στωικοί ορίζουν «Επιστήμην μεν είναι την ασφαλή και βεβαίαν και αμετάμπτωτον υπό λόγου κατάληψιν» δηλαδή επιστήμη είναι γνώσις ασφαλής, βεβαία και μη δυναμένη να τροποποιηθεί δια λογικών (και επιστημονικών) επιχειρημάτων (δηλαδή στηρίζεται επί του ορθολογισμού). Πρώτος ο Αριστοτέλης ηρεύνησε το πρόβλημα το αναφερόμενο εις την σύνταξη των επιστημών. Στο ερώτημα ποία είναι τα συστατικά των επιστημών απήντησε.

1.    Να υπάρχει ένα σύνολον όντων, τα οποία να αποτελούν το θέμα της επιστήμης.

2.    Να υπάρχουν οι βασικές αρχές, τα αξιώματα, και οι πρώτες έννοιες από τις οποίες με αφετηρία αναπτύσσεται η επιστημονική έρευνα.

3.    Να υπάρχουν οι επιμέρους προτάσεις οι οποίες θα ερευνηθούν.

Τα σύγχρονα αξιώματα της επιστήμης είναι τρία και έχουν ελληνική καταγωγή κατά τον πατέρα της κυματομηχανικής  Ervin Schröndinger βραβείο Νομπέλ.

Αξίωμα 1. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι η υπόθεση ό,τι η εξέλιξη των φυσικών φαινομένων είναι κατανοήσιμη. Πρόκειται για την μη πνευματιστική, μη δεισιδαιμονική, μη μαγική στάση απέναντι στα πράγματα (δηλαδή μη δογματική). Αυτή αποδίδεται στον Θαλή.

Αξίωμα 2. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αντικειμενοποίηση, δηλαδή, στην προσπάθειά της να περιγράψει και να κατανοήσει τη Φύση, η επιστήμη, απλουστεύει αυτό το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα. Αυτή αποδίδεται στον Ηράκλειτο.

Αξίωμα 3. Ένα τρίτο χαρακτηριστικό είναι ή αρχή της αιτιότητας, η οποία υφίσταται επικρίσεις και γίνεται προσπάθεια επαναεισαγωγής του θρησκευτικού τελολογικού δόγματος και την αντικατάστασή της από αυτό.

Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι, ο χριστιανικός θεός και ο κόσμος, ενώ κατ’ ουσίαν είναι σε ένα κλειστό σύστημα αλληλοεξαρτώμενοι, αλληλοεξελισσόμενοι (και τότε ο θεός τείνει να ταυτισθεί με το όντως Ον, το Εν των Ελλήνων), ο χριστιανισμός θεωρεί ότι ο θεός ευρίσκεται εκτός του κόσμου, καταλήγοντας σε ένα διακοσμητικό στοιχείο, θεωρώντας αναξιοπρεπές στον εαυτόν του να παρεμβαίνει στον κόσμο που εκείνος δημιούργησε. Με τα σημερινά δεδομένα, πρέπει να επαναδιατυπώσουμε την αρχή της αιτιότητας στα πλαίσια της χαοτικής θεωρίας. Εάν ο θεός δεν επεμβαίνει στον κόσμο τότε δεν υπάρχει δίοδος επικοινωνίας και άρα ο ο χριστιανικός θεός δεν είναι δημιουργός. Αν πάλι επεμβαίνει τότε και αυτός αυτοεξελίσσεται μαζί με τον κόσμο που δημιούργησε και τότε δεν έχουμε τον χριστιανικό θεό αλλά το όντως Ον, το Εν των Ελλήνων φιλοσόφων.

Δοξασία: Γνώμη, ιδέα, δόγμα. (Συνώνυμοι λέξεις: δόξασμα και  δοξασμός = εικασία, φαντασία, όχι πραγματική αντίληψη, το φάντασμα).

Η δόξα κατά την Πλατωνική γνωσιολογία αντιστοιχεί στη περιορισμένη ικανότητα των ανθρώπινων γνωστικών δυνατοτήτων και αποτελεί κατώτερο γνωστικό στάδιο, σύνοψη δύο μερικότερων, της εικασίας και της πίστης, ενώ οι ανώτερες γνωστικές κατηγορίες της διάνοιας και της νόησης αντιστοιχούν στην επιστήμη. Ο Πλάτων ονόμασε την πίστη, νόθο συλλογισμό και κατώτερη γνωσιολογική λειτουργία από την διάνοια και την νόηση, επί μέρους έννοιες της επιστήμης.

Δόγμα:. Εκ του ρήματος δοκέω. Εις την αρχαίαν γλώσσαν σημαίνει ό,τι φαίνεται καλόν εις κάποιον, γνώμη, δοξασία. Σήμερον σημαίνει κυρίως φιλοσοφικάς ή θρησκευτικάς δοξασίας, μη επιδεχομένας αμφισβήτησιν του κύρους αυτών.

Φιλοσοφία. Εις την αρχαίαν ελληνικήν φιλοσοφίαν εσήμαινε τας αντιλήψεις και τας πεποιθήσεις ενός φιλοσόφου ή μιας φιλοσοφικής σχολής (τα δοκούντα), αργότερον δε η λέξις σημαίνει διδάγματα φιλοσοφικού περιεχομένου, επιβαλλόμενον υπό αυθεντίας χωρίς απόδειξη, ανώτερον πάσης κρίσεως και επομένως υποχρεωτικώς δεκτό. (Η αυθεντία στο φιλοσοφικό δόγμα κατ΄ουσίαν δεν αυθαιρετεί στην νοητική σύλληψη του δόγματος). Εις τους μετά τον Αριστοτέλη χρόνους, θεωρείται ότι το δόγμα αντιτίθεται προς την σκέψιν.

Θρησκειολογία. Η λέξη (δόγμα) είναι αρχαία ελληνική και σημαίνει την ακλόνητη απόφαση ή δοξασία, έπειτα δε και την διαταγή, την θεμελιώδη αρχήν φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος, τα ηθικά αξιώματα (εσφαλμένα τα ονομάζει αξιώματα γιατί τα ηθικά αξιώματα είναι δόγματα) ή τις ανεπιδέκτους αμφισβητήσεως αληθείας.