Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Βακχείου
του Απολλωνιαδίτου
Τι είναι γλώσσα
Γλώσσα είναι ο έναρθρος λόγος με τον οποίον οι
άνθρωποι εκφράζουν τις έννοιες των λέξεων τις σκέψεις, τα νοήματά τους, τα συναισθήματά
τους, με την οποίαν συνεννοούνται και χάρις στην οποίαν κυρίως διακρίνονται από
όλα τα άλλα ζώα. Είναι αποτέλεσμα μακράς ιστορικής εξέλιξης και η αρχή της
είναι αδιευκρίνιστη. Η γλωσσική επεξεργασία και διατύπωση των εννοιών και
νοημάτων γίνεται στον εγκέφαλο με την βοήθεια των οργάνων επικοινωνίας
Ο εγκέφαλος είναι ένα τεράστιο οργανωμένο σύνολο
από περίπου 1011 νευροκύτταρα, που κάνουν την επεξεργασία και
αποθήκευση των εισερχομένων πληροφοριών. Κάθε νευρώνας συνθέτει μια νέα
ιστορία-εικόνα-παράσταση και αυτό το νέο μήνυμα προωθείται. Το νευρικό σύστημα
είναι μια τεράστια συσκευή παράλληλης επεξεργασίας, αφού κάθε γραμμή μεταφοράς
είναι παράλληλα και ένας επεξεργαστής. Ο εγκεφαλικός φλοιός είναι το τέρμα και
η αφετηρία της διαδρομής των παλμών. Στον φλοιό μια νέα κατάσταση συνδυάζεται
με αναμνήσεις και ήδη υπάρχουσες σκέψεις. Ο φλοιός παίζει σημαντικό ρόλο στην
εκμάθηση και την ανάμνηση.
Γλώσσα είναι η οπτικοακουστική μετάφραση της σκέψης
του ομιλούντος ως εξωτερικής, και αντιληπτής από τις αισθήσεις της εσωτερικής
αναπαράστασης του ακούοντος. Η ανάπτυξη γλωσσικών ικανοτήτων δεν είναι
απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ευφυΐας. Η σκέψη φαίνεται ασύλληπτη
και μη αντιληπτή χωρίς την γλώσσα. Όταν ξεκινούμε να διατυπώσουμε μια σκέψη,
κάνουμε ένα είδος εσωτερικού διαλόγου, ο οποίος διατυπώνεται με τη χρήση των
λέξεων. Οι λέξεις είναι κατά βάση ονόματα, δηλαδή οι διευθύνσεις των εννοιών,
ενώ οι προτάσεις παίζουν τον ρόλο περιγραφών δομής, που συσχετίζουν μεταξύ τους
έννοιες, για να δημιουργήσουν κάποιο είδος μοντέλου με βάση το συνειρμικό
περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Για να περιγράψουμε μια ορισμένη κατάσταση σε
άλλους ανθρώπους, δεν αρκεί να προσάψουμε «ονόματα», δηλαδή λέξεις σε διάφορους
κόμβους του δικτύου των συνειρμικών σκέψεων, αλλά και να προσαρμόσουμε το νόημα
αυτών σε μια κοινή κατανόηση, αποφεύγοντας τα διφορούμενα νοήματα. Αυτή η
τυποποίηση του νοήματος των λέξεων, περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη την ταξινόμηση σε
μη διφορούμενες κατηγορίες, δηλαδή λογικές κατηγορίες με σαφή γνωρίσματα. Δύο είναι οι
περιοχές που ελέγχουν την γλώσσα. Η περιοχή Broca που εστιάζεται συνήθως στον αριστερό μετωπικό λοβό κοντά στην περιοχή του κινητικού φλοιού, που
ελέγχει την κίνηση των μυών των χειλιών και χειρίζεται την σύνταξη. Μια βλάβη
του οδηγεί σε ασύντακτη, αλλά κατανοητή ομιλία, εφόσον το νόημα εξαρτάται μόνο
από την σύνταξη. Η περιοχή Wernicke ελέγχει την
κατανόηση της γλώσσας, δηλαδή την σημασιολογία, την ονομασία των πραγμάτων,
ονομασία χρωμάτων και επανάληψη προφερόμενων λέξεων. Βλάβη της καταλήγει σε μια
γραμματικά ορθή, αλλά χωρίς νόημα ομιλία με αδυναμία κατανόησης των άλλων
ανθρώπων.
Γλώσσα
και οντολογία
Η
μελέτη της γλώσσας, μας οδηγεί αναπόφευκτα στην οντολογία. Θα μπορούσαμε, να
θεωρήσουμε πως στη φιλοσοφία, το ζήτημα της οντολογίας βρέθηκε συνδεδεμένο κατά
προτεραιότητα με τη γλώσσα από καθαρή συμπτωματικότητα της ιστορίας. Η αντίληψη
αυτή κατάγεται από τις γλωσσικές θεωρίες των σοφιστών. Για τον Γοργία και άλλους, ο λόγος προκύπτει από τις
εντυπώσεις που κάνουν πάνω μας τα εξωτερικά πράγματα, δηλαδή τα αισθητά. Μια
τέτοια αντίληψη μας φέρνει αντιμέτωπους με σοβαρά παράδοξα. Όπως πίστευε ο
Αντισθένης μαθητής του Γοργία που στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Σωκράτη λέει:
δεν μπορώ να ορίσω τι σημαίνει πράγμα: μπορώ μονάχα να καταδείξω ορισμένες ιδιότητες
που διαθέτει. Υπάρχουν και χειρότερα, διότι δεν μπορώ να πω για κάτι τι είναι,
ούτε καν ότι τι δεν είναι, όχι μόνο βρίσκομαι εγκλωβισμένος στο παλιό δίλημμα
του Παρμενίδη (το ον υπάρχει και το μη ον δεν υπάρχει), αλλά δεν μπορώ καν να
διατυπώσω το δεύτερο σκέλος του δίπολου. Τα προβλήματα αυτά, θα οδηγήσουν στη
διατύπωση των πλατωνικών θεωριών και γενικότερα της Ελληνικής γλωσσικής
φιλοσοφίας. Το αξίωμα που θεωρεί την αλήθεια ως συμφωνία αυτού που εκφωνείται
με αυτό που είναι, θα ενδυναμώσει τη σύνδεση της γλώσσας με την οντολογία. Η
γλώσσα μιλά για το είναι. Λέμε ότι το χιόνι είναι λευκό. Χρησιμοποιούμε την
λέξη χιόνι γι’ αυτό που βλέπουμε να πέφτει. Η λευκότητα όμως τι είναι;
Προκειμένου να απαντηθούν τέτοια ερωτήματα,
ο μεν Πλάτων, διετύπωσε την θεωρία των ιδεών, ο δε Αριστοτέλης, τη θεωρία των
σύμφυτων στα πράγματα μορφών. Ως προς τη θέση της γλώσσας, η γλώσσα
δεν είναι κάτι μέσα στον κόσμο και
τίποτα άλλο, αλλά εγγράφεται μέσα σε ένα σύμπαν σημαίνον-νοήμον, του οποίου
αποτελεί μονάχα μία ιδιαίτερη περίπτωση. Οι γλώσσες θα πρέπει να περιγραφούν ως
αυτοοργανομένα και αυτοεξελισσόμενα συστήματα. Πάντοτε όμως τίθεται το ερώτημα:
τι τύπους όντων σημαίνουν οι γλωσσικές οντότητες;
Ας
πάρουμε την τυπική μορφή μιας πρότασης, έτσι όπως αναπτύχθηκε από τον Πλάτωνα
και παγιώθηκε από τον Αριστοτέλη. Έχουμε λοιπόν την κανονική μορφή,
Υ(ποκείμενο) είναι Κ(ατηγόρημα). Ας υποθέσουμε πως το καθένα από τα δύο αυτά
στοιχεία αντιστοιχεί σε πραγματικότητες. Εάν πρόκειται για τις ίδιες
πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι δρυς, τότε περιοριζόμαστε σε ταυτοτικές
κρίσεις. Εάν πρόκειται για διαφορετικές πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι
ωραίο, τότε η κάθε μια υπάρχει ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την άλλη, πώς να τις
συνδέσουμε; Ο Πλάτων επέλυσε αυτό το πρόβλημα, με τη βοήθεια μιας οντολογίας
που αντιβαίνει στην διαίσθησή μας. Οι πραγματικότητες, σύμφωνα με τον Πλάτωνα,
είναι ιδέες, οντότητες ολότελα διαφορετικές από τις οντότητες του αισθητού
κόσμου, οι οποίες είναι απλώς τα αντίγραφα των ιδεών. Η σύνδεση των ιδεών επιτελείται
με την συμμετοχή (μέθεξιν) των πρώτων στις δεύτερες. Η μέθεξη είναι ελάχιστα
ξεκάθαρη έννοια και σε πλήθος φιλοσόφων η λύση αυτή φάνηκε ολωσδιόλου
εξωπραγματική. Η λύση του Αριστοτέλη (η ισοδυναμία του είναι) εκφράζεται στη
θεωρία των κατηγοριών και θα τύχει πλούσιου σχολιασμού κατά τη διάρκεια
ολόκληρου του μεσαίωνα και μέχρι τις μέρες μας. Το θεμελιώδες σημείο της
συλλογιστικής του Αριστοτέλη είναι, πως αυτό που υπάρχει (το ον) λέγεται με
πολλαπλούς τρόπους (πολλαπλώς λέγεται): είτε κατά σύμπτωση (κατά συμβεβηκός)
είτε ως αληθές (και το μη-ον ως ψευδές), είτε σύμφωνα με τα σχήματα της
κατηγορίας, σύμφωνα δηλαδή με τα σχήματα της κατηγόρησης.
Οι
κατηγορίες αντιστοιχούν στην ακόλουθη ταξινόμηση.
Την
κατά μηδεμίαν συμπλοκή λεγομένων έκαστον ήτοι ουσίαν σημαίνει ή ποσόν ή ποιόν
τι ή πού ή ποτέ ή κείσθαι ή έχειν ή ποιείν ή πάσχειν. Έστι δε ουσία μεν ως τύπω
ειπείν οίον άνθρωπος· ίππος, ποσόν δε οίον δίπηχυ, τρίπηχυ· ποιόν δε
οίον λευκόν γραμματικόν· προς τι δε οίον διπλάσιον, ήμισυ, μείζον·
πού δε οίον εν Λυκείω, εν αγορά· ποτέ δε οίον χθές, πέρισυν· κείσθαι
δε οίον ανάκειται, κάθηται· έχειν δε οίον δε υποδέδεται, ώπλισται·
ποιείν δε οίον τέμνειν, καίειν· πάσχειν δε οίον τέμνεσθαι, καίεσθαι.
Δηλαδή: Κάθε έκφραση που δεν συμμετέχει σε κανένα
συνδυασμό λεγομένων δηλαδή η ουσία-υπόσταση σημαίνει: ή το ποσόν (ποσότητα)· ή το ποιόν (ποιότητα)· ή το ως προς τι (σχέση)· ή το πού (τόπος)·
ή το πότε (χρόνος· ή τι θέση στην οποία
βρίσκομαι (θέση)· ή την κατάσταση στην
οποία βρίσκομαι (κτήση)· ή το πράττω (ενέργεια)· ή το πάσχω (πάθος). Η υπόσταση, για παράδειγμα,
όπως όταν λέμε γενικά «άνθρωπος, ίππος»··«το ποσόν», για
παράδειγμα, όπως «δύο πήχεις τρείς πήχεις»· «το ποιόν», για
παράδειγμα, όπως «λευκός, μορφωμένος»· «το ως προς τι», για
παράδειγμα, όπως «διπλάσιος, μισός μεγαλύτερος»·
«το που», για παράδειγμα, όπως «στο Λύκειο, στην αγορά»· «το πότε», για παράδειγμα, όπως «χθες, πέρυσι»· «τη θέση στην οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα,
όπως «ξαπλώνομαι», κάθομαι· «την κατάσταση στη οποία
βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «υποδύομαι, είμαι οπλισμένος»· «το πράττω», για παράδειγμα, όπως «κόβω, καίω»· «το πάσχω», για παράδειγμα, όπως «κόβομαι,
καίγομαι».
Η κατηγορηματική δομή που υιοθέτησαν ο
Πλάτων και ο Αριστοτέλης, οδήγησαν σε σοβαρές οντολογικές δυσκολίες. Οι δυσκολίες αυτές καθίστανται ανυπέρβλητες, όταν λαμβάνουμε ως σημείο εκκίνησης της
προβληματικής μας, μια οντολογία υλιστικού-φυσικού χαρακτήρα όπως έκαναν οι
Στωικοί. Π.χ. το δέντρο είναι πράσινο το συνδετικό ρήμα, είναι, ενώ σημαίνει
ταυτότητα στην ουσία δεν έχουμε ταυτότητα. Θα έπρεπε να γράψουμε το δέντρο
πρασινίζει. Το ρήμα πρασινίζει σημαίνει ένα συμβάν. Για να κατανοήσουμε το
οντολογικό καθεστώς, οδηγούμαστε στην περίπλοκη στωική θεωρία του λεκτού, με
την έννοια του εκφράσιμου.
Με τη θεωρία του λεκτού, οι Στωικοί όχι μόνον μας
προσφέρουν μια πρωτότυπη ανάλυση της γλώσσας, αλλά και μας επιτρέπουν να
αναλογιστούμε την οντολογική της αυτονομία. Η αυτονομία αυτή δεν αντιστοιχεί
βέβαια σε «κάποιο ον», και τούτο δεν είναι αμελητέο παράδοξο. Ωστόσο πρέπει να
παρατηρήσουμε, πως αντιστοιχεί σε βαθύτερη
αντικειμενική θέση, σύμφωνα με την οποία το γεγονός πως κάτι σημαίνει,
δεν σημαίνει ότι προσθέτει και κάτι στο όν.
Σχετικότητα
γλωσσικής οντολογίας και καθολική γλώσσα
Η γλωσσική σχετικότητα είναι ένα ζήτημα, που τέθηκε
από τους φιλοσόφους του 18ου αιώνα ως μελέτη της αμφίδρομης επενέργειας της
γλώσσας πάνω στις αντιλήψεις και των αντιλήψεων στη γλώσσα, δηλαδή μια
συγκεκριμένη γλώσσα αντανακλά τον πολιτισμό στα πλαίσια του οποίου ομιλείται.
Το βαθύτερο πρόβλημα που απασχολεί τη φιλοσοφία είναι το αντίστροφο. Περιορίζει
μια γλώσσα τις δυνατότητες των αναπαραστάσεων; Μπορούμε να αποδεχθούμε την
πρόταση 5.6 του Tractatus του Wittgenstein: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου
μου»; Εάν την αποδεχθούμε, τίθεται το ερώτημα, εάν μπορούμε στα πλαίσια μιας
συγκεκριμένης γλώσσας, να αποκτήσουμε πρόσβαση σε ότι αναπαρίσταται σε μια άλλη
γλώσσα.
Τέθηκε το
ζήτημα της αντιστοίχησης των παραπλήσιων εννοιολογικά λέξεων μεταξύ γλωσσών
διαφορετικών πολιτισμών για την
κατασκευή ενός γλωσσικού εργαλείου, που θα υπερβαίνει τις διαφορές αυτές
μεταξύ τους, με άλλα λόγια της κατασκευής μιας καθολικής γλώσσας. Θα έπρεπε στα
πολύγλωσσα λεξικά κάθε σειρά λέξεων να αντιστοιχεί με ένα αριθμό για την
αντιστοίχιση των λέξεων. Η σύγχρονη λογική απέδειξε τη χρησιμότητά της. Ο
φορμαλισμός αυτός όμως είναι παγκόσμια γλώσσα; Το επίκαιρο σημείο ωστόσο
βρίσκεται αλλού και αφορά την οντολογία. Ο Russell δεν δίστασε
να γράψει, πως «υπάρχει στον κόσμο κάτι που αντιστοιχεί στη διάκριση των μερών
του λόγου, έτσι όπως αυτή εμφανίζεται σε μια λογική γλώσσα». Έχουμε βάσιμους
λόγους να πιστεύουμε, πως οποιαδήποτε καθολική γλώσσα είναι αδύνατη. Αν το
καλοσκεφτούμε, είναι αντιφατική η ιδέα, ότι μπορούμε να αποδείξουμε με απόλυτο
τρόπο ότι μια καθολική γλώσσα είναι δυνατή ή αδύνατη, γιατί η απόδειξη θα
προϋπέθετε την ύπαρξη αυτής της γλώσσας. Κάθε εξήγηση της γλωσσικής
σχετικότητας, θα ήταν κατά βάθος μια προσπάθεια υπέρβασης της σχετικότητας. Η
ποικιλότητα των γλωσσών δεν μπορεί να ελαττωθεί και το γεγονός αυτό συνιστά
αναμφίβολα το πιο αινιγματικό δεδομένο, για το οποίο αντιπαρατίθενται σήμερα η
φιλοσοφία της γλώσσας και η δυτική μεταφυσική. Και ακόμη να δημιουργούταν μια
καθολική γλώσσα, αυτή μετά πάροδο ετών θα διαφοροποιούταν, από τους ίδιους
λόγους για τους οποίους και σήμερα υπάρχει αυτό το πλήθος των γλωσσών. Ιδού τι
λέει ο Heidegger: «D…Πριν από λίγο καιρό, αποκάλεσα (πολύ αδέξια) τη γλώσσα ΄΄σπίτι του
είναι΄΄. Εάν ο άνθρωπος δια του λόγου της γλώσσας του κατοικεί στο αίτημα που
του απευθύνει το είναι, τότε εμείς οι Ευρωπαίοι κατοικούμε πρέπει να το
παραδεχτούμε, σε ένα ολότελα διαφορετικό σπίτι από τον άνθρωπο της Άπω
Ανατολής. J…Δεδομένου ότι οι γλώσσες, εδώ και εκεί, δεν είναι απλώς διαφορετικές,
αλλά είναι δομημένες εκ βαθέων με άλλο τρόπο, D… Έτσι η
αντιστοίχηση κάθε σπιτιού με άλλο σπίτι παραμένει σχεδόν αδύνατη»
Σκέψη και γλώσσα
Σκέψη είναι ένας τύπος δραστηριότητας, που
προσιδιάζει σε τέτοιο βαθμό στους ανθρώπους, ώστε είναι δυνατό να την
καταστήσουμε διακριτικό χαρακτηριστικό τους σε σχέση με τα άλλα ζώα. Δεν θα
ήταν άτοπο λοιπόν να αναρωτηθούμε εάν μπορούμε να σκεφτούμε δίχως γλώσσα, ή να
υποστηρίξουμε, πως δίχως σκέψη δεν υπάρχει γλώσσα. Δύο θέσεις ακραίες, θέτουν
τα όρια στις δυνατές απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα: α) η πραγματική σκέψη
είναι μη γλωσσική και κάθε γλωσσική έκφραση συνιστά εκφυλισμό της σκέψης
(ιδεαλισμός)· β) η σκέψη είναι μόνο γλώσσα (νομιναλισμός). Παρατηρούμε πως
το ερώτημα είναι κάθε άλλο παρά απλό και ότι εμπλέκεται μια οντολογική
προβληματική: εάν παραδεχτούμε πως η σκέψη είναι γλώσσα, μπορούμε να
συμφωνήσουμε, ότι συνιστά υλική διεργασία, και γενικότερα, όσοι υποστηρίζουν,
πως η σκέψη δεν είναι της ιδίας φύσης με την ύλη, έχουν τη τάση να διαβλέπουν
σ’ αυτή κάτι διαφορετικό από τη γλώσσα.
Ο J.A. Fodor λέει ό,τι η
άποψη περί σπονδυλωτής διάνοιας εξελίχθηκε σε γενική θέση γύρω από τη δομή της
διάνοιας και τις νοητικές δραστηριότητες. Άλλοι, πιο τολμηροί ερευνητές(κυρίως
φυσικοί), κατέληξαν έτσι σε εικασίες, ότι ο μηχανισμός επεξεργασίας πληροφοριών
του νου βασίζεται σε μυστηριώδεις μοριακούς μηχανισμούς, κβαντικά φαινόμενα και
άγνωστα ακόμη πεδία. Π.χ. Στο άρθρο «Τι είναι σκέψη» του V. Mesheryakov, QUANTUM, Ιούλιος-Αύγουστος 2001 προτείνεται η συσχέτιση
του εγκεφάλου με ελαστικά κύματα μήκους κύματος γύρω στο ένα νανόμετρο και
εικάζεται, ότι η ανάλυση των δυνάμεων στα μόρια, στα ατομικά συμπλέγματα,
κ.ο.κ. ίσως δώσει την απάντηση στο ερώτημα «Τι είναι σκέψη». Παρόμοια, ο
φυσικομαθηματικός Roger Penrose προτείνει
στο βιβλίο του Shadows of the Mind, ότι οι
υψηλότερες συνθετικές ικανότητες του νου, οφείλονται σε κβαντικά φαινόμενα
στιγμιαίου αλληλεπηρεασμού διαφόρων σημείων του εγκεφάλου, που λαμβάνουν χώρα
στους λεγόμενους μικροσωληνίσκους (microtubyles). Αυτοί
είναι εξαιρετικά μικροί σωλήνες από πρωτεΐνη, που χρησιμεύουν σαν ένα είδος
σκελετού για τα κύτταρα.
Το γεγονός πως η γλώσσα σηματοδοτεί, σημαίνει ότι
υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των γλωσσικών σημείων, των νοητικών
αναπαραστάσεων και του εξωτερικού κόσμου. Οι εγγενείς στη συνείδηση οντότητες
ανήκουν σε ένα πολύ ιδιαίτερο είδος: είναι ιδέες, έννοιες, νοητικές πράξεις,
(απόφανση, άρνηση, σημασιοδότηση κ.λπ.). Στη συνείδηση δεν υπάρχουν πράγματα,
όπως τα αντικείμενα του κόσμου ή οι τάξεις αυτών των αντικειμένων. Το πρόβλημα
είναι να συνδεθούν αυτοί οι δύο τύποι οντοτήτων, γιατί η γλώσσα μιλά για τον
κόσμο. Η θέση του Husserl (την οποία
μπορούμε να αποκαλέσουμε θέση της προθετικότητας με τη κυριολεκτική σημασία του
όρου), είναι, πως η σύνδεση μεταξύ σκέψης και γλώσσας επιτελείται αποκλειστικά
από την συνείδηση.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα πράγματα
συντίθενται από ύλη και μορφή, η αντίληψη είναι η από κοινού πράξη του
αισθανόμενου και του αισθητού: με άλλα λόγια, αντιλαμβάνομαι, σημαίνει,
διαμορφώνω στο νου μου μια εικόνα παρόμοια με την εικόνα των πραγμάτων, γνωρίζω
επίσης, σημαίνει, πως κάποιο από τα πράγματα υπάρχει στο νου μου. Ο
πλατωνισμός, όπως και ο νεοπλατωνισμός, χωρίς περισσότερη εκλέπτυνση, θέτει το
ζήτημα της σχέσης της ιδέας προς την ιδέα από την οποία προκύπτει και
ενδεχομένως και προς το πράγμα από το
οποίο προκύπτει. Ο Descartes παραδεχόμενος
το δυϊσμό της ψυχής και του σώματος, θεωρεί πως ο νους και η ύλη δεν είναι της
ιδίας οντολογικής φύσης. Η αναπαράσταση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι πια της
ίδιας με αυτό που αναπαριστά. Η αντίληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον, ως η από
κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού. Η καρτεσιανή αντίληψη περί
ανθρώπινου νου συνιστά βαθιά ρήξη και με την σύγχρονη ορολογία, χαρακτηρίζοντάς
την, επανάσταση των ιδεών θα λέγαμε, πως έπειτα από αυτή, ο νους σταματά να
λειτουργεί με αναλογικό τρόπο, η αναπαράσταση καθίσταται αποκλειστικά ψηφιδική,
και αντιστοιχεί σε μια κωδικοποίηση. Με μαθηματική ακρίβεια η σκέψη καθίσταται
της ιδίας φύσης με μια αυθαίρετη επιβαλλόμενη γλωσσική δομή. Δηλαδή μια
απλουστευμένη γλώσσα καθίσταται εργαλείο αποδόμησης μιας ανώτερης σκέψης που
προέκυψε από μια ανώτερη γλώσσα. Δηλαδή μια δεδομένη γλώσσα μπορεί να
λειτουργήσει σαν καλέμι στην δόμηση ή αποδόμηση των οντολογικών δομών της
σκέψης, της νόησης, της ψυχής, του πνεύματος. Μια κατώτερη και πτωχή λεκτικά
γλώσσα επιβαλλόμενη δια βίας σε ένα λαό μπορεί να αποδομήσει όλο τον
κληρονομικό νοητικό πλούτο του εσωτερικού του κόσμου.
Η Ελληνική γλώσσα
Έρευνες παλαιότερα στη δεκαετία του 1970
αλλά και σύγχρονες, επί λεξαρίθμων της Ελληνικής γλώσσας και λεξαριθμητικών
συσχετισμών των λέξεων και των προτάσεων με τα άρθρα και χωρίς τα άρθρα σε πάνω
από 10.000 λέξεις, αποδεικνύουν στατιστικά και με καμπύλες συχνότητας ότι, η
Ελληνική γλώσσα από όλες τις άλλες γλώσσες, δεν είναι φυσική γλώσσα και
σανσκριτικής προέλευσης, αλλά τεχνητή και δημιουργήθηκε με επιστημονικό και
μαθηματικό τρόπο. Η Ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται σαν ένα είδος μαθηματικού
κώδικα, ο οποίος κατάλληλα ερμηνευόμενος, μας παρέχει πληροφορίες φιλοσοφικής,
επιστημονικής ή τεχνητής φύσης της προϊστορίας. Ο Πρωταγόρας ο αρχηγέτης της
σοφιστικής εδέχετο την Ελληνική γλώσσα «θέσει και νόμω και ουχί φύσει», δηλαδή
ως κάτι δημιουργηθέν υπό της ανθρωπίνης διανοίας και κατά σύμβασιν και ουχί εκ
φύσεως. Δηλαδή η δομή της Ελληνικής γλώσσας δείχνει ότι δημιουργήθηκε σύμφωνα
με νόμους οι οποίοι αποδεικνύουν μια υπεροχή έναντι των άλλων γλωσσών.
Η Ελληνική γλώσσα αριθμεί 6-7.000.000
κύριες λέξεις και μαζί με τις σύνθετες ανέρχονται σε 70-100.000.000 λεκτικούς
τύπους. Η υπεροχή της Ελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων γλωσσών, αποδεικνύεται
από την δόμησή της, την τάξη της, την συμμετρία της, την λεπτομέρεια, την
σαφήνεια, την ακρίβεια, τον λεκτικό της πλούτο, τα συνώνυμα, τα παράγωγα, το
συντακτικό και τη γραμματική της. Από
την γραμματική, το συντακτικό, την δομή, τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται
οι παράγωγες λέξεις, τα συνώνυμα, οι ρίζες και οι καταλήξεις, αποδεικνύουν ότι
η Ελληνική γλώσσα έχει την δομή γλώσσας αντικειμενοστραφούς προγραμματισμού,
του πλέον εξελιγμένου είδους γλώσσας προγραμματισμού σήμερα, της οποίας τόσον η
δομή του κώδικα, όσον και του μεταγλωττιστή της (compiler) έχουν την δομή της Ελληνικής γλώσσας π.χ. (Delphi, C++). Η Ελληνική γλώσσα καθοδηγεί και εμπλουτίζει αναμορφώνει βελτιώνει
την δομή της ανθρώπινης σκέψης. Ακόμη η αξία της επιβεβαιώνεται από την
λεξαριθμητική ανάλυση και την προβλεπόμενη χρήση της στους Η/Υ της επερχόμενης
γενιάς λόγω ακριβώς αυτής της εξελιγμένης δομής που αναφέραμε ανωτέρω. Τα
λεκτικά της νοήματα, από τα λογοπαίγνια, μέχρι και τα υψίστης αξίας νοητικά
επιτεύγματα, αντανακλούν οντολογικά δημιουργήματα, νοητικούς Παρθενώνες, μέσα
στον νουν, στο πνεύμα, στην ψυχή.
Στην ανώτατη βαθμίδα νόησης και
γλωσσικών οντοτήτων ευρίσκονται τα αξιώματα της επιστήμης, η επιστήμη, από κάτω
η διάνοια, παρακάτω η πίστη, ακόμη παρακάτω η εικασία(οι δοξασίες και τα
δόγματα εννοείται τα φιλοσοφικά) και στον πυθμένα όλων αυτών, ακόμη παρακάτω,
τα αυθαίρετα θεολογικά δόγματα του ιουδαιοχριστιανισμού μαζύ με όλα τα σχετικά
της πλήρους στατιστιστικής αταξίας και ασυναρτησίας. Κάτω από αυτήν την
εννοιολογική στατιστική αταξία δεν υπάρχει τίποτα άλλο όπως μας το βεβαιώνει ο
Πλάτων στην Πολιτεία του. Κατά τον
Πλάτωνα η ανθρωπίνη γνώση αρχίζει με την εικασία, εξ’ αυτής ανυψώνεται στην
πίστιν, εξ’ αυτής στην διάνοια και εξ’ αυτής στην επιστήμη, η οποία είναι η ασφαλής και
αναμφίβολος γνώσις. Ο λόγος της Ελληνικής σκέψης διαυγής και αλάθητος.
Η συγκρότηση μιας σκέψης με την βοήθεια
μιας ποιοτικής γλώσσας δεν έχει σχέση με τον μεταφορικό, δεισιδαιμονικό,
διφορούμενο, γενικόλογο λόγο και τα αυθαίρετα πλήρους στατιστικής αταξίας
δόγματα του ιουδαιοχριστιανισμού, τα οποία βάζουν φραγμούς νοητικούς και
αντιτίθενται στην διεύρυνση της σκέψης. Όπου οι ασυναρτησίες και τα άλογα
συμπεράσματα αποκαλούνται θεοπνευστία και που ούτε βοηθούν στην πνευματική
συγκρότηση, την συμμετρία, την τάξη και την αρμονία της σκέψης των αδαών
ανθρώπων. Ποιες είναι οι γλωσσικές οντολογικές προεκτάσεις, όταν ένα επίθετο
γίνεται ουσιαστικό, δηλαδή όταν το επίθετο θεός γίνεται κύριο όνομα, ή όταν τα
δόγματα παίρνουν τη θέση αξιωμάτων; Αυτή η ψευδής ταυτότητα είναι ένας
εννοιολογικός ιός, όπως οι παθολογικοί ιοί και οι ιοί των Η/Υ, ο οποίος
κατατρώγει την υγειά σκέψη και την μετατρέπει σε ένα εννοιολογικό καρκίνωμα από
το οποίο τίποτα το εποικοδομητικό ή παραγωγικό δεν μπορεί να προκύπτει.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η
Ελληνική γλώσσα, οδηγεί τον άνθρωπο στην τάξη, την συμμετρία, την
υπερσυμμετρία, την αρμονία και δι’ αυτών, στην εννοιολογική και φιλοσοφική του
συγκρότηση. Μόνον έτσι τελικά φθάνει στη θεοποίηση. Η γλώσσα διαμορφώνει και
δημιουργεί οντότητες. Υπάρχει μια αντιστοιχία μεταξύ της δομής της γλώσσας και
των εννοιών, και νοημάτων του πνεύματος. Η δομή της γλώσσας, επιδρά στην δομή
του πνεύματος που περιέχει τις γλωσσικές οντότητες. Η γλώσσα είναι το εργαλείο
για πνευματική ανέλιξη.
Δεν πρέπει να απορεί κανείς, πώς oι Έλληνες δημιούργησαν όλα τα μεγάλα
επιτεύγματά τους, υλικά και νοητικά. Με εργαλείο την Ελληνική γλώσσα. Ποιου
μέσου απόρροια είναι η Ελληνική γλώσσα; Απόρροια, της πολιτιστικής παράδοσης,
κληρονομιά ίσως ενός προκατακλυσμιαίου πολιτισμού, του Χρυσέος γένους του
Ησιόδου. Η γλώσσα μας όμως πρωτίστως είναι δημιούργημα δικό μας, εμών των ιδίων
Ελλήνων και αντικατροπτίζει την διαφορετικότητα και γιατί όχι και την
ανωτερότητά μας. Όλα αυτά αποδεικνύουν
ό,τι ο άνθρωπος με την Ελληνική γλώσσα και την εξ αυτής εννοιολογική και
φιλοσοφική του συγκρότηση αποκτά προσωπικότητα ελευθέρα, ισχυρά, ικανή να
ανταπεξέρχεται σε δύσκολες καταστάσεις, να γίνεται κύριος του εαυτού του, να
ελέγχει και να εξουσιάζει, να καθορίζει το μέλλον και την τύχη του, να αποκτά
παντός είδους δύναμη, πνευματική, οικονομική, οδηγείται στη θεοποίηση και
αναδεικνύεται, σε Ήρωα, Δαίμωνα, Ημίθεο, Θεό, Ολύμπιο Θεό.