Ο
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Βακχείος ο Απολλωνιαδίτης
Αθήνησιν: 21 Μαρτίου 2018
(Αναδημοσιεύουμε
το πρώτο άρθρο μας που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 226 του περιοδικού «ΔΑΥΛΟΣ» τον
Οκτώβριο του έτους 2000).
Θα ήθελα να
διατυπώσω ορισμένες σκέψεις, λαμβάνοντας ερεθίσματα από την επικαιρότητα και δη
τις προσπάθειες εκκλησιαστικών παραγόντων να περάσουν την γνωστή θέση «Ελλάδα ίσον Ορθοδοξία»
Δύο
συλλογιστικές μεθοδολογίες υπάρχουν στη προκειμένη περίπτωση που μπορούμε να ακολουθήσωμε, για να προσεγγίσωμε
τα σχετικά ζητήματα.
1.
Αυτή του ορθού λόγου, της
αποδεικτικής λογικής, της επιστημονικής μεθοδολογίας, της ελλόγου πεποιθήσεως,
της φιλοσοφίας και της αρετής των αρχαίων Ελλήνων.
2.
Αυτή του δόγματος, της αλόγου
πίστεως, της αυθαίρετης ερμηνείας των λέξεων ή κειμένων και της προσαρμογής
τους σε προκατειλημμένες θέσεις, όπου παραποιείται το αρχικό αληθές νόημα των
λέξεων κατά το δοκούν ωρισμένων, οι οποίοι θέλουν να εμφανίζωνται θεόπνευστοι και αυθεντικοί ερμηνευτές τους.
Από
τις δύο, αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι είτε επιστήμονες είτε απλοί
άνθρωποι, επιλέγουμε την πρώτη, ακολουθώντας το παράδειγμα των προγόνων μας,
των Ελλήνων του Χρυσού Αιώνα του Περικλέους. Διότι με
την συλλογιστική αυτή ο άνθρωπος σημείωσε πρόοδο σε όλους τους τομείς της
καθημερινής ζωής, πραγματοποίησε επιστημονικά καλλιτεχνικά, πνευματικά και
τεχνολογικά επιτεύγματα, βελτίωσε την ζωή του και επέλυσε δυσεπίλυτα προβλήματα
υγείας, επάρκειας τροφίμων κ.λ.π.
Η
δεύτερη συλλογιστική από την ίδια την φύση της ζωής. Σαν τάχα θεόπνευστη δεν
επιδέχεται κριτική, οδηγεί σε αντιφάσεις που δεν δικαιολογούνται. Βλέπουμε το
αποτέλεσμα μετά από 2000 έτη να είναι μια ουτοπία: κάποιοι να εκμεταλλεύωνται τους άλλους ατιμώρητοι, με την υπόσχεση
μιας καλύτερης μετά θάνατον ζωής, που κανείς μέχρι τώρα δεν διαπίστωσε, κι
εμείς οι υπόλοιποι να προσφέρουμε την περιουσία μας, να προτιμούμε να μένουμε
χωρίς απογόνους για μια θέση στον «παράδεισο» και χωρίς να είμαστε βέβαιοι γι’
αυτή, να μη μπορούμε να βγάλουμε συμπέρασμα για την δικαιοσύνη του θεού και
τόσα άλλα, που όλα όμως οδηγούν σε μια πνευματική τρομοκρατία, μια
δουλοπρέπεια, ένα πνευματικό φασισμό, ανθρώπινο κατασκεύασμα ενός λαού που δεν
έχει τίποτα να επιδείξει τίποτα άλλο, παρά μόνο «θαύματα» και «προφητείες» και
που μόνο ως «ποιμένες» σε «πρόβατα» μπορούν να περάσουν.
Α. Θεολογία: Η θεολογία του χριστιανισμού από πού
προκύπτει; Κάποια θεολογικά κείμενα, που στηρίζονται σε σημεία κυρίως του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, δεν αιτιολογούν το σύνολο της
θεολογίας. Υπάρχει βέβαια και η ιερή παράδοση. Αλλά από πού αντλεί τις πηγές
της; Οι πηγές της ανάγονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, την Ορφική, Απολλώνια
και Διονυσιακή λατρεία, θεολογικά θέματα των Στωικών, του Πλάτωνος, του Πρόκλου, του Πυθαγόρα και άλλων Ελλήνων. Αλλά πολλά από το
τυπολατρικό μέρος είναι της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας. Τυχαία ανακηρύχθηκαν
δώδεκα απόστολοι, όσοι και οι δώδεκα Ολύμπιοι θεοί, ενώ οι «απόστολοι» ήταν
πολλοί περισσότεροι; Και ο χριστιανισμός, όντας μονοθεϊστική θρησκεία η οποία
δέχεται την τριαδική φύση του θεού και εμμέσως αναγνωρίζει την σημαντικότητα
της δωδεκαδικής φύσης (δώδεκα απόστολοι), γιατί
αποκαλεί ειδωλολατρία τον μονοθεϊσμό των προγόνων μας, οι οποίοι και την
τριαδική φύση δέχονταν αλλά και την δωδεκαδική φύση,
όπως και την τριαδική, σε θεϊκό επίπεδο ανύψωσαν; Παρίσταναν με γλυπτά τις
θεότητες, προσπαθώντας μέσα από το κάλλος και την αρμονία του γλυπτού να
αποτυπώσουν το θείο, χωρίς να λατρεύουν τα ίδια τα γλυπτά, αλλά τις
προσωποποιημένες θεότητες. Ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε πρωτότυπος, και θα έπρεπε
με ειλικρίνεια να αποδώσει την δέουσα τιμή στους αρχαίους Έλληνες.
Β. Δόγματα: Αυτά είναι τόσα πολλά που καθιστούν τον
χριστιανισμό ολόκληρο ένα δόγμα. Θα αναφέρουμε μόνο την αντιπαράθεση
μεταξύ του «ομοιούσιος»
του Αρείου της Αντιοχείας και του ομοούσιοςτου
Αλεξάνδρου Αθανασίου της Αλεξανδρείας, με το οποίο ο
Ιησούς ωνομάσθηκε και επιβλήθηκε σαν θεός από τον
Κωνσταντίνο το 325 μ. Χ. στην πρώτη οικουμενική σύνοδο της Νικαίας.
Πώς ένας άνθρωπος ταυτίζεται με θεό, αφού δεν γνωρίζουμε επακριβώς τι είναι
θεός; Και δεν είναι ύβρις, ο άνθρωπος όντας κατώτερος του θεού, ταυτίζει τον
άνθρωπο με τον θεό και ταυτόχρονα υποβιβάζει τον θεό σε άνθρωπο; Ξαφνικά ήρθε η
επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος και γράψανε τις «μεγάλες και πρωτότυπες αλήθειες»,
που πρώτοι οι Έλληνες διετύπωσαν ορθότερα π.Χ. σαν
επί μέρους στοιχεία της γενικότερης φιλοσοφίας και κοσμοθεωρίας τους. Αλλά ούτε
είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί η θέση, οι θεολόγοι να ζητούν αποδείξεις
τεκμηρίωσης διαφορετικών του χριστιανισμού, οι ίδιοι να προσπαθούν με
αποδεικτική λογική να αιτιολογήσουν ή να αποδείξουν θέσεις τους, π.χ. «απόδειξη
της ύπαρξης θεού» κ.λ.π. και ταυτόχρονα να
απορρίπτουν την χρήση επιστημονικής λογικής στην διερεύνηση θεολογικών θεμάτων.
Οφείλουν να εξηγούν και να αποδεικνύουν με κάθε λεπτομέρεια τους γενικόλογους
συνειρμούς των σκέψεών τους.
Γ. Θαύματα: Κάτι που είναι αληθές ή πραγματικό,
έχει και την επιστημονική εξήγησή του, ανεξάρτητα αν έχη
τεκμηριωθεί σήμερα, ή αυτό θα γίνει στο μέλλον. Παρόμοια «κατορθώματα» έχουν επιτευχθή από πολλούς. Ανεξήγητα φαινόμενα, που απεδίδοντο στο θεό, σήμερα έχουν διευκρινισθή.
Ο πολλαπλασιασμός των άρτων και των ιχθύων αιτιολογείται μόνον με δημιουργία
ύλης εκ του μηδενός, φαινόμενο που αντίκειται σε βασικούς νόμους της φυσικής
και της χημείας. Και αν για κάποιους που δεν γνωρίζουν, αυτό είναι πιστευτό,
για τους επιστήμονες οι οποίοι γνωρίζουν την ισχύ και το πεδίο εφαρμογής των
φυσικών νόμων, αυτό είναι αδύνατον. Τα όρια στα οποία φθάνουν οι δυνάμεις του
ανθρώπου είναι άγνωστα, όπως και η σύνθεση του συνόλου των στοιχείων που
απαρτίζουν τον άνθρωπο. Ακόμη περισσότερη άγνοια έχουμε για την φύση του θεού.
Υπάρχει, αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, είναι προέκταση των δυνάμεων του
ανθρώπου; Ή ακόμη υπάρχει μερική αλληλοεπικάλυψη των δυνάμεων του ανθρώπου και
του θεού; Πρέπει να καθορισθεί σαφώς το εννοιολογικό περιεχόμενο που αποδίδομε
στη έννοια του θεού. Στην χημεία, για να προσδιορισθεί η ταυτότητα μιας χημικής
ουσίας, απαιτείται ο καθορισμός ιδιοτήτων, μεγεθών φασμάτων και η λήψη τιμών.
Μια άγνωστη ουσία, για να ταυτισθή με την πρώτη,
πρέπει να έχει τις ίδιες τιμές για τα φάσματα, τις ιδιότητες και τα μεγέθη που προσδιωρίσθηκαν. Ενώ αγνοούμε την μεθοδολογία για την
διευκρίνιση της ταυτότητας του θεού, έναν άνθρωπο τον ταυτίσαμε με θεό! Και πώς
είμαστε βέβαιοι, ότι μεταξύ θεού και ανθρώπων δεν παρεμβάλλονται άλλες
οντότητες, οι οποίες θα μπορούσαν να κάνουν μερικά όλα από αυτά που αποδίδουμε
στον θεό; Γιατί τα «θαύματα» αποτελούν απόδειξη της θεϊκότητας
αυτού που τα κάνει; Τα «θαύματα» είναι αποτέλεσμα αδιευκρίνιστων δυνάμεων του
ανθρώπου.
Δ. Προφητείες: Από τα δύο κείμενα της βίβλου, την
Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, το πρώτο γράφηκε σε γλώσσα χωρίς φωνήεντα, ενώ οι
μεταφραστές του, όπως και οι συγγραφείς του δευτέρου, δεν γνώριζαν καλά Ελληνικά.
Η «Αποκάλυψη» του Ιωάννη δεν ονομάζεται προφητεία.
Εκ του τίτλου πιστοποιείται, ότι ο Ιωάννης αποκαλύπτει στο κοινό κάποια θέματα
και δεν προφητεύει κατ’ ανάγκη τα μέλλοντα. Προφητεύω
σημαίνει προλέγω τα μέλλοντα, δηλαδή αναφέρω επακριβώς τα γεγονότα, τα δρώντα
πρόσωπα και καθορίζω τον τόπο και τον χρόνο τους, έτσι ώστε να γίνεται
κατανοητή η πρόβλεψη πριν την επαλήθευση, και η επαλήθευση να είναι μοναδική.
Σήμερα να συνδυάζωνται εκ των υστέρων γεγονότα με
κείμενα, τα πρωτότυπα των οποίων πριν τα δήθεν προβλεπόμενα συμβάντα δεν
υπάρχουν ούτε και πιστοποιείται η πιστή αντιγραφή των παλαιοτέρων σήμερα
υπαρχόντων, κατά κανένα τρόπο αυτό δεν αποτελεί προφητεία. Για τα μελλούμενα
γεγονότα των προφητειών, των οποίων η χρονική στιγμή τέλεσής τους δεν
καθορίζεται, θα μπορούσαν να βρεθούν άλλα πρόσωπα, που πολύ περισσότερο να
προσαρμόζονται σε αυτές, τις προφητείες, και ακόμη τίποτα δεν αποκλείει αυτά να
συμβούν εντός του απείρου χρόνου στο μέλλον με πρόσωπα και γεγονότα, που
ενδεχομένως να τις επαληθεύουν και πολύ ακριβέστερα, εφόσον χρησιμοποιηθούν εκ
νέου τα οποιαδήποτε ανεπαρκή κριτήρια, αν χρησιμοποιήθηκαν, για την τεκμηρίωση
της επαλήθευσης των προφητειών.
Ο χριστιανισμός
είναι συνεπώς:
1. είτε
κατασκεύασμα απλοϊκών ανθρώπων, που αγνοούσαν την επιστημονική μεθοδολογία, την
γνώση και την παιδεία, υποσχόμενοι «παράδεισο» και καλοπέραση κυρίως στους
αδυνάτους, πτωχούς, αμόρφωτους και «κόλαση» σε αυτούς που δεν υπήρξαν
δουλοπρεπείς, στους ισχυρούς, πλουσίους, τους έχοντας παιδεία και αρετή.
2. είτε μία
προκατασκευασμένη και καλοστημένη παγίδα σε βάρος του Ελληνισμού, ο οποίος
τελικά υπέκυψε με την βία, αφού προηγουμένως εξουδερώθηκαν
και αντικατατεστάθηκαν οι πραγματικοί του ηγέτες με
ανδρείκελα.
Όλοι
οι ανεξάρτητοι και αδέσμευτοι διανοητές και επιστήμονες πρέπει να αποκτήσουν
παιδεία και αρετή, να λάβουν θέση και να επαναπροσδιορίσουν την συνείδησή τους
με βάση τις διαχρονικές αξίες του αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, όπως για
παράδειγμα εκφράζονται στη θέση του Σωκράτους « Εν
οίδα ότι ουδέν οίδα» και τα ρητά «Μηδέν άγαν» και «Γνώθι σ’ αυτόν», που ήταν
αναγεγραμμένα στο μαντείο των Δελφών, και να γίνουν φωτεινά παραδείγματα στον
λαό. Τότε ο Ελληνικός λαός θα οδηγηθεί με το αλάνθαστο ένστικτό του στον
απεγκλωβισμό του από τον δογματικό και πνευματικό κλοιό που επέβαλαν οι
αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων, αποφάσεις που για 1700 χρόνια υπήρξαν
ανασχετικοί παράγοντες της ανόδου του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων.